Πρώτη φορά θαλάσσιο καγιάκ

Το θαλάσσιο καγιάκ δεν είναι μόνο κωπηλατική άσκηση. Αποτελεί μία σύνθετη δραστηριότητα, που περιλαμβάνει ποικίλες δεξιότητες και γνώσεις, κάτι το οποίο γίνεται αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας εμπειρίες στη θάλασσα. Από τα πρώτα κιόλας κωπηλατικά μίλια.

Χριστοθέα Κωνσταντίνου

Τον άκουγα τον Άγγελο ώρες ατελείωτες να μου περιγράφει γλαφυρά τα ταξίδια του στη θάλασσα και να σπινθιρίζουν τα μάτια του. Μου μιλούσε για τα μεγάλα και μικρά εγχειρήματα της ομάδας, τη «μεγάλη διάσωση», τις φορές που ο καιρός «φρέσκαρε», αυτές που έβγαζε ένα «καθαρό εξάρι», τις μέρες με «μπουνάτσα», με «πριμαδούρα». Σε άλλες περιπέτειες είχε «βοριά» ή «νοτιά», «μαΐστρο». Μού είχε χαρίσει και ένα χάρτη του Κάβο Ντ’ Όρο, πλαστικοποιημένο, στον οποίο σημείωσε με ακρίβεια και κίτρινο χρώμα την πορεία του. Ατέλειωτες περιγραφές, συνοδευόμενες πάντα από ναυτικές ορολογίες που παρόλο που δεν είχα ιδέα τι σήμαιναν, η έκφραση στη φωνή του καταδείκνυε ακριβώς τα συναισθήματα που κάθε καιρικό φαινόμενο προκαλούσε στον κωπηλάτη.

Μέχρι τότε, η δική μου επαφή με το καγιάκ ήταν εντελώς διαφορετική. Απολάμβανα να κωπηλατώ συνήθως στη θάλασσα όταν ο καιρός ήταν καλός και δεν είχε κύμα και άνεμο. Το δικό μου το σκαρί ήταν ένα entry level surf-ski και δεν σήκωνε μεγάλα ταξίδια. Εδώ που τα λέμε, στην πραγματικότητα, όχι μόνο το σκαφάκι δεν έκανε για πολύ ζόρικο καιρό αλλά και το δικό μου το σώμα ήταν αμάθητο σε τέτοιες συνθήκες. Τέλοσπάντων, συνήθιζα να κάνω κουπί κάτι Σάββατα ή Κυριακές πού και πού, σε ήρεμη θάλασσα, όπου το νερό εγγυόταν μια ήρεμη κωπηλατική εμπειρία.

Το «βάφτισμά» μου στο θαλάσσιο καγιάκ έγινε μια μέρα του Φλεβάρη, στην Ερέτρια, με ένα κόκκινο Tahe Reval midi. Ήταν κυριολεκτικά βάφτισμα εκείνη η πρώτη επαφή, αφού από τα πρώτα δέκα λεπτά της πλεύσης κάθε κουπιά ήταν μια (ναυ)μάχη ενάντια στα τέσσερα μποφόρ και τα κυματάκια που χτυπούσαν κατά μέτωπο την πλώρη μου. Στην αρχή δήλωσα φωναχτά και με βεβαιότητα ότι το θαλάσσιο δεν ήταν για μένα. Παρά την γκρίνια μου, ο Άγγελος ακάθεκτος με ενθάρρυνε να ολοκληρώσουμε την αρχική μας πορείαˑ τρία ναυτικά μίλια, προς και από το Ασπρονήσι. Και τα καταφέραμε. Στο θαλάσσιο καγιάκ πρέπει να είναι κάποιος προετοιμασμένος ότι η πλεύση δεν θα είναι πάντα ή συνεχώς ανέμελη και ξεκούραστη. Η υπομονή όμως και η προσπάθεια για να φτάσει τελικά στον προορισμό του, θα τον ανταμείψουν στο πολλαπλάσιο, αναδρομικά.

Στη δεύτερή μου πλεύση, κάποιους μήνες μετά το «βάφτισμα», τα μίλια αυξήθηκαν ελαφρώς, αλλά οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ ευνοϊκότερες. Ομολογώ ότι τη λάτρεψα τη δεύτερη την πλεύση. Με ένα σκάφος και ένα κουπί, επισκεφτήκαμε τα τρία νησάκια της Ερέτριας, το Ασπρονήσι, το Πεζονήσι και την Αγία Τριάδα, τα οποία μας φιλοξένησαν στις παραλίες τους, και έπειτα καταλήξαμε να απολαμβάνουμε φρέντο καπουτσίνο σε πολυσύχναστη παραλία της περιοχής.

Ούτε τρία ούτε τέσσερα αλλά εφτά ήταν τα μίλια που διανύσαμε, κωπηλατώντας ανάμεσα στα νησιά των Πεταλιών, τον Αύγουστο που μας πέρασε, αυτή τη φορά με ένα Valley Etain 17.5. Οι Πεταλιοί είναι ένα σύμπλεγμα νησιών, άλλα ξερονήσια και άλλα ιδιωτικά νησιά με πυκνή βλάστηση, που βρίσκονται στον Νότιο Ευβοϊκό κόλπο και ένας προορισμός που ήταν στο πρόγραμμα προ καιρού. Η πορεία της τρίτης μου αυτής πλεύσης με θαλάσσιο καγιάκ ξεκίνησε από το Μαρμάρι απ’ όπου βάλαμε πλώρη για έναν από τους απόμερους κολπίσκους της Χερσονήσου. Εκεί θα κάναμε την πρώτη μας στάση.

Σχεδόν το ξέχασα ότι πριν ακόμα μπω στο σκάφος με τσίμπησε μέδουσα. Σημασία δεν έδωσα ούτε στο αν κουράστηκε το σώμα μου στα πρώτα κιόλας μέτρα, αν μούδιασαν τα πόδια μου στα ποδωστήρια ή αν έκαιγε ο καυτός ήλιος το δέρμα μου. Μοναδική μου αίσθηση ήταν ότι ήμουν αρκετά προνομιούχα ώστε να βρίσκομαι στη μέση του πελάγους ξέροντας ότι το σκαρί μου θα με πάει σε παραλίες στις οποίες δεν υπάρχει χερσαία πρόσβαση. Κωπηλατούσαμε με σταθερό ρυθμό στο απέραντο τιρκουάζ και ξέραμε ότι μας περιμένουν μοναδικές ναυτικές εμπειρίες, μακριά από τη στεριά. Κάπου εκεί μου ήρθε και ο στίχος «μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε και ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει…». Η απόλυτη ελευθερία!

Στα πρώτα τρία ναυτικά μίλια καταλήξαμε στον κολπίσκο της Χερσονήσου, όπου αράξαμε για λίγη ξεκούραση, ένα ελαφρύ σνακ και κολύμπι. Απόλυτη γαλήνη. Ζεστά, καθαρά νερά, παρθένα παραλία. Η δεύτερη στάση, έπειτα από δυο μίλια, μας βρήκε σε μια ακόμα πιο εντυπωσιακή παραλία, στη Μεγαλόνησο. Δε χόρταινα να κολυμπώ στα καταγάλανά της νερά. «Μακάρι να έμενα για πάντα εδώ», μια αυτόματη, αφελής, ίσως παιδική σκέψη, που συνήθως «κροσάρει» το μυαλό μου κάθε φορά που αγαλλιάζει η ψυχή μου.

Η τρίτη και τελευταία μας στάση ήτανε στη Μεγάλη Άμμο, στο Μαρμάρι. Μια παραλία μάλλον πολυσύχναστη, απαράμιλλης ομορφιάς. Οι θαμώνες μας παρακολουθούσαν με περιέργεια και ενδιαφέρον καθώς «παρκάραμε» τα σκάφη μας στην άμμο και βγάζαμε την «αρματωσιά» μας για να κολυμπήσουμε. Κάποιοι μας ρωτούσαν από πού ήρθαμε και τι πορεία ακολουθήσαμε και εγώ, με ύφος έμπειρης κωπηλάτισσας, βεβαίως βεβαίως, περιέγραφα με περηφάνια την πορεία μας.

“Με σωστή καθοδήγηση και έπειτα από λίγες πλεύσεις στη θάλασσα, το σώμα προσαρμόζεται και κάθε πλεύση γίνεται ακόμα καλύτερη!”

Για κάποιον που δοκιμάζει το σκάφος του θαλασσίου καγιάκ για πρώτη φορά, είναι καλό να έχει υπόψη του ότι ενδεχομένως να αισθανθεί λίγο άβολα το σώμα του στην αρχή, όπως συνέβη στη δική μου περίπτωση. Μέχρι να εξοικειωθεί με τη σωστή στάση του σώματός του μέσα στο σκάφος και να συνηθίσει τη σωστή τεχνική στο κουπί, ίσως νιώσει κάποια μουδιάσματα στα πόδια ή λίγη κούραση στα χέρια, τη λεκάνη ή την πλάτη. Μια μικρή ευλυγισία στα πόδια και στην πλάτη διευκολύνουν πάντα τον νέο κωπηλάτη. Σε καμία περίπτωση όμως η έλλειψη ευλυγισίας δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας για να ξεκινήσει κάποιος καγιάκ. Με σωστή καθοδήγηση και έπειτα από λίγες πλεύσεις στη θάλασσα, το σώμα προσαρμόζεται και κάθε πλεύση γίνεται ακόμα καλύτερη και πιο άνετη από την προηγούμενη. Σημαντικός παράγοντας για μια άνετη κωπηλατική εμπειρία είναι η επιλογή του σωστού σκάφους. Υπάρχουν αμέτρητα είδη σκαφών και η επιλογή του πιο κατάλληλου καγιάκ εξαρτάται κυρίως από το σωματότυπο του καθενός αλλά και από άλλους παράγοντες που αφορούν τις καιρικές συνθήκες, υπό τις οποίες συνήθως κωπηλατεί κανείς, ή τη χρήση του σκάφους (π.χ. μονοήμερες εξορμήσεις, fitness κ.λπ.).

Το θαλάσσιο καγιάκ διαπίστωσα ότι δεν είναι τόσο απλό όσο φάνταζε, για μένα τουλάχιστον, στην αρχή. Η επιλογή του σωστού σκάφους, η γνώση των καιρικών φαινομένων, η πρόβλεψη του καιρού, ο προσεχτικός σχεδιασμός της πορείας στο χάρτη είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις για μια ασφαλή πλεύση. Πέραν αυτών, απαιτείται ο κωπηλάτης να έχει ποικίλες δεξιότητες – σωματικές και ψυχικές – ώστε να είναι έτοιμος να αντιδράσει σε διάφορες καιρικές συνθήκες, όταν, για παράδειγμα, το κύμα τουμπάρει το σκάφος του ή όταν ο αέρας χτυπάει αντίθετα με την προσχεδιασμένη του πορεία. Μέχρι στιγμής δεν είχα τέτοια εμπειρία στις τρεις πλεύσεις που περιέγραψα, αλλά ξέρω ότι η θάλασσα δεν είναι πάντα με το μέρος μας.

Τότε αντιλήφθηκα το γιατί ο Άγγελος παρακολουθούσε συνεχώς την πορεία μας στο χάρτη, γιατί πάντα κοίταζε την πρόβλεψη του καιρού, γιατί έβλεπε τακτικά το ρολόι του και γιατί γνώριζε όλες αυτές τις ναυτικές ορολογίες που ποτέ δεν καταλάβαινα. Τότε ερμήνευσα και τη λάμψη στα μάτια του καθώς μου περιέγραφε τα μεγάλα εγχειρήματα και περιπέτειες του ιδίου και της ομάδας του σε «μπουρίνια», «σπιλιάδες», «αντιμάμαλα ζόρικα».