Στην αγκαλιά της μόνο με κουπί

Άγγελος Χριστοφίδης

 

 

 

 

 

 

Φεύγοντας για το μεγάλο ταξίδι μας, από την Ερέτρια για Ηράκλειο με καγιάκ, μία εικόνα ξεδιπλωνόταν μπροστά μας: Η ανοιχτή αγκαλιά της θάλασσας. Μόνο που δεν φαίνεται ποτέ από πριν το αν η αγκαλιά αυτή είναι αγκαλιά στοργική ή θα σε σφίξει τόσο δυνατά, που να μην μπορέσεις ποτέ να ξαναδείς στεριά.

Πάντα μου άρεσε να ονειρεύομαι θαλασσινά ταξίδια. Βυθιζόμουν σε νοερά σχέδια, άνοιγα τους χάρτες και φανταζόμουν την πορεία, τους σταθμούς, τον καιρό. Μετά σκεφτόμουν το πλήρωμα και την εποχή. Στην πορεία κάποια πραγματώνονταν, ενώ άλλα έπαιρναν αναβολή για αργότερα. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και το Εύβοια-Κρήτη, που γεννήθηκε ως ιδέα γύρω στο 2007-2008. Ήταν τότε που δεν πολυσκεφτόμασταν την βενζίνη και το φουσκωτό έγραφε μίλια χειμώνα-καλοκαίρι. Σύντομα, όμως, με την κρίση, ήρθαν τα πάνω-κάτω, το φουσκωτό σκεπάστηκε και το ταξίδι αναβλήθηκε για αργότερα –ποιός ξέρει για πότε.

 

 

 

 

 

Με το φουσκωτό παροπλισμένο, έβλεπα τη θάλασσα απ’ έξω και με έπιανε λύπη που δεν μπορούσα να το ρίξω για μια εκδρομή. Τότε, από καθαρή ανάγκη, αποφάσισα να πάρω ένα μικρό καγιάκ, ώστε να βρίσκομαι στο νερό χωρίς να σκέφτομαι βενζίνες και συντηρήσεις. Όταν άρχισα να γράφω τα πρώτα μίλια με εκείνο το πρώτο, μικρό καγιάκ, το καλοκαίρι του ’10, ενθουσιάστηκα. Παρότι εθισμένος στα γκάζια και την ταχύτητα, ανακάλυπτα τώρα έναν καινούργιο κόσμο, με άλλες απολαύσεις. Μου άρεσε ότι ήμουν στο νερό ανά πάσα στιγμή και ήταν πρωτόγνωρη η αίσθηση του να είμαι εγώ ο ίδιος, ο κινητήρας του σκάφους. Κάπου τότε ήταν που τηλεφώνησα στον αδερφό μου και του είπα την ιδέα, ότι θέλω να κάνω το παλιό σχέδιο Ερέτρια-Ηράκλειο με το καινούργιο μου πλωτό. Γελάσαμε και οι δύο, όμως αμέσως ξεκίνησα να το δουλεύω.

Άνοιξα τον χάρτη να ξαναδώ τη διαδρομή. Έκανα ένα αρχικό brief και άρχισα να εξετάζω εναλλακτικούς δρόμους, υπολογίζοντας αποστάσεις, ταχύτητες, χρόνους. Κατέληξα στο ότι το ταξίδι θα μπορούσε, έστω και οριακά, να βγει μέσα σε 22 μέρες –τόση θα ήταν, το μέγιστο, και η άδεια από τη δουλειά μου. Παράλληλα, άρχισα να μελετάω τεχνικές πρόωσης και έβγαλα και ένα προπονητικό πρόγραμμα, ώστε το μοτέρ να βελτιωθεί σε δύναμη και αντοχή, μην τυχόν και μείνουμε καραβοφάναρο μεσοπέλαγα. Σταδιακά, έφτασα σε σημείο να γράφω 30-35 μίλια τη μέρα τα σ/κ. Έφευγα ξημερώματα και γύριζα νύχτα, μέσα στο καταχείμωνο και με άγριους καιρούς. Τότε ξεκίνησα τις κουβέντες και με τον έναν μετεωρολόγο μας, τον καθηγητή Γιώργο Κασιμίδη, με τον οποίο συζητήσαμε πολύ πάνω στον καιρό του Αιγαίου, ενώ άρχισε και το ψάξιμο του εξοπλισμού. Μοναδικό πρόβλημα παρέμενε το θέμα της παρέας. Ποιος λογικός άνθρωπος θα δεχόταν να ακολουθήσει σε ένα τέτοιο ταξίδι με καγιάκ;

Εντελώς τυχαία, έμαθα για τον Κώστα Μανατάκη, ότι είχε κάνει πριν από χρόνια μεγάλα ταξίδια με καγιάκ, και του έστειλα ένα email, πιο πολύ για να μου δώσει συμβουλές. Μου φάνηκε καλός άνθρωπος και πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι του «άρεσε το ταξίδι», και «αν ήθελα να το κάνουμε μαζί». Το θέμα είχε κλείσει. Παρ’ ότι είχε να πιάσει κουπί 9 ολόκληρα χρόνια και ήδη στην ηλικία των 51 ετών, ξεκίνησε να δουλεύει με ενθουσιασμό. Από κοινού αποφασίσαμε να το αφιερώσουμε στο Χαμόγελο του Παιδιού και ειδικά σε παιδιά με προβλήματα υγείας. Αρχές 2011 αγοράζω το καλό σκάφος του ταξιδιού και στις 22 Μαΐου είμαστε παρέα στην παραλία της Ερέτριας, έχοντας μπροστά μας 250ν.μ. μέχρι το Ηράκλειο. Ο καιρός είχε περάσει γρήγορα.

Τα πρώτα 23ν.μ. μέχρι τα Νέα Στύρα φεύγουν άκοπα. Μοναδική μας ανησυχία μία τενοντίτιδα που είχε χτυπήσει τον Κώστα στο δεξιό χέρι μέρες πριν και ακόμα δεν είχε υποχωρήσει τελείως. Το πάλευε με αντιφλεγμονώδη και κυρίως με την μεγάλη λαχτάρα του ταξιδιού, που μπρος της μετριαζόταν κάθε ενόχληση και κάθε πόνος. Τη δεύτερη μέρα φεύγουμε για Κάρυστο. Μετά τους Πεταλιούς, όμως, με ένα στεριανό 5άρι δευτερόπρυμα κι ενώ βλέπουμε μπροστά μας στα 5 μίλια την Παξιμάδα, στον πρώτο κάβο της Καρύστου, ο Κώστας ανατρέπεται και το σκάφος του αρχίζει να παρασύρεται από τον άνεμο. Εν τω μεταξύ οι σπιλιάδες θεριεύουν και μέσα σε λίγα μόλις λεπτά βρισκόμαστε μέσα σε ένα σκηνικό κολάσεως, με αλλεπάλληλους τοίχους των δύο μέτρων να μην μας αφήνουν να πάρουμε ανάσα. Αφού καταφέρνω να μαζέψω το σκάφος του Κώστα, γυρνάω να τον βοηθήσω να ξαναμπεί. Όμως, η κατάσταση είναι πλέον ανεξέλεγκτη. Το κύμα σκάει ζωντανό μέσα στο ντεκ και με τις αντλίες δεν προλαβαίνουμε να αδειάσουμε, ενώ ο αέρας μας έχει πετάξει ήδη άλλα 1-2 μίλια από την ακτή. Όταν μετά από λυσσαλέα μάχη καταφέρνουμε να βγούμε στη στεριά, με τον εξοπλισμό συντρίμμια, δεν έχω διάθεση για τίποτα, το ταξίδι έχει τελειώσει. Το βράδυ πέφτω για ύπνο απογοητευμένος που τελείωσαν όλα τόσο γρήγορα, αλλά και στο βάθος ευχαριστημένος που, τουλάχιστον, βγήκαμε έξω ζωντανοί και που σώσαμε και το σκάφος.

Την επομένη το πρωί τα πράγματα είναι πιο ήρεμα. Σκέφτομαι ότι θέλω να συνεχίσουμε και το λέω στον Κώστα, εκφράζοντας, όμως, παράλληλα τις ανησυχίες μου, μην ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο. Ο ίδιος δεν είχε πτοηθεί καθόλου από τα χθεσινά και ήταν ήδη έτοιμος να επιστρέψει στην Αθήνα οδικώς, για να φέρει καινούργιο εξοπλισμό. Το βράδυ επιστρέφει με τα πράγματα και την επόμενη μέρα είμαστε και πάλι στο νερό.

Πιάνουμε στους Αγίους, πίσω από την Κάρυστο, με το Κάβο Ντ’ Όρο μπροστά μας. Όλο αυτό το διάστημα, σκέψεις και συναισθήματα έδιναν τη δική τους μάχη. Οι δικοί μας που αγωνιούσαν, ο ιερός σκοπός αλλά και η γοητεία του ταξιδιού, η ίδια η επιβίωσή μας σε μία απρόβλεπτη «θάλασσα πιθανοτήτων», ολομόναχοι στο πέλαγος με δυο μικρά κωπήλατα σκάφη.

 

 

 

 

 

Το Κάβο ντ’ Όρο το κροσάραμε με μεγάλη ρεστία και λίγες ώρες μετά ήμασταν στο βόρειο άκρο της Άνδρου. Πιάσαμε Γαύριο, Μπατσί και κατόπιν Χαλκολιμνιώνα. Τότε είναι που παίρνουμε αναφορά για καταιγίδα από την μετεωρολόγο μας και αποφασίζουμε να μείνουμε στη στεριά μέχρι να απομακρυνθεί το σύστημα. Και τη νύχτα, πράγματι ο ουρανός αδειάζει πάνω μας. Φύσαγε δε τόσο πολύ που σήκωνε τις σκηνές μαζί με τις κοτρώνες που είχαμε βάλει και αναγκαστήκαμε να μείνουμε μέσα βρεγμένοι για ώρες μέχρι να ξημερώσει -δεν είχαμε ακόμα τότε αδιάβροχες σκηνές. Το μεσημέρι φύγαμε για Τήνο. Σε όλη τη διαδρομή, σπιλιάδες μας χτυπούσαν αλύπητα στο πλευρό, όμως τώρα μετά την εμπειρία της δεύτερης μέρας ήμασταν προετοιμασμένοι.

Στην Τήνο έφτασα με δάκρυα στα μάτια. Είχα πει ότι θέλω τουλάχιστον να φτάσουμε μέχρι εκεί, να ανάψουμε ένα κερί και μετά δεν με νοιάζει, ας γίνει ό,τι θέλει. Εκεί μας φιλοξένησε ο καπετάν Αντώνης, παλιός εμποροπλοίαρχος, θαλασσινός απ’ τους λίγους, με τον οποίο θα γινόμασταν καλοί φίλοι τα επόμενα χρόνια. Καθίσαμε με τις ώρες και μας είπε παλιές ιστορίες, για ανθρώπους που χάθηκαν στη θάλασσα, για φουρτούνες, δύσκολα ταξίδια και όμορφα σκαριά. Μετά μας συμβούλεψε και για την πορεία της επόμενης μέρας, «θα τον πιάσετε από ψηλά τον Τσικνιά, μη σας βγάλει στη Δήλο η ξεπεσούρα».

 

 

 

 

 

Για τα δρομολόγια των ποσταλιών είχαμε κάνει ολόκληρη προεργασία με τον φίλο μου τον Διονύση. Από ‘που περνάνε, που ‘πάνε, ταχύτητα, μέχρι και απόνερα. Ήθελα λοιπόν να κροσάρουμε τον Τσικνιά νωρίς, για να μην πέσουμε πάνω στο «Νήσος-Μύκονος», που έπιανε απόγευμα Μύκονο και συνέχιζε για Ικαρία. Όμως, σεβόμενος έναν μικρό δισταγμό του Κώστα, το αφήσαμε για αργά το μεσημέρι.

Κουπί για απέναντι. Στα μισά του μπουγαζιού φρεσκάρει Γρέγος 5άρης προς 6 και αρχίζουμε να ανεβοκατεβαίνουμε τα μεγάλα κύματα στην μπάντα, δίνοντας στα μεγαλύτερα από αυτά λίγο μάσκα, για ασφάλεια. Εκείνη την ώρα, πιστό στο ραντεβού του, εμφανίζεται μπροστά μας το «Μύκονος», ενώ στα νώτα μας, σχεδόν στην πορεία μας, βρίσκεται κι ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο, «δώσε αριστερά Κώστα, βαπόρι πίσω μας». Φτάνουμε Μύκονο.

 

 

 

 

 

Από χρόνους πάμε καλά, παρά την αβαρία στην Κάρυστο. Την επομένη έχουμε μπροστά μας το μεγάλο πέρασμα για Νάξο, όμως το καλό είναι ότι ο καιρός έχει στρώσει. Μετά από 4 ώρες κουπί βρισκόμαστε κάτω από την Πορτάρα με τους Ναξιώτες να μας περιμένουν στον ντόκο. Το βράδυ βγαίνουμε για περπάτημα στα πανέμορφα σοκάκια της χώρας. Με την θάλασσα κάλμα κι έχοντας ήδη πάνω από 130 ναυτικά μίλια στις πλώρες μας, γεμίζουμε χαρά και αισιοδοξία.

Οι επόμενες μέρες περνάνε γρήγορα και πριν το καταλάβουμε αφήνουμε πίσω μας Ηρακλειά, Ίο και πιάνουμε Σαντορίνη. Εκεί θα ξεκουραζόμασταν 2-3 μέρες χωρίς πλεύση ώστε να είμαστε έτοιμοι για τον μεγάλο διάπλου των 50 μιλίων στο Κρητικό πέλαγος. Την Τρίτη 07.06 το μεσημέρι φεύγουμε φορτωμένοι με εφόδια για Χριστιανή, τη μεγαλύτερη νησίδα των Χριστιανών στα 9,5ν.μ. νοτιοδυτικά της Θήρας. Στο νησάκι είναι 2-3 ψαράδες αρόδου, χαιρετάμε, μας δίνουν το κανάλι τους στο VHF και λίγο μετά βγάζουμε τα σκάφη έξω, ανάμεσα στα βράχια μιας μικρής «παραλίας» στο νότιο άκρο. Στήνουμε και πέφτουμε για ύπνο νωρίς κάτω απ’ τα αστέρια. Όλη τη νύχτα έπεφταν κοτρόνες από την πλαγιά και ακουγόταν και μια περίεργη κραυγή σαν κλάμα μωρού –αργότερα έμαθα ότι μάλλον ήταν φώκιες. Από την εσχατιά των Κυκλάδων ατενίζουμε μπροστά μας το «άπειρο», 50 μίλια ανοιχτής θάλασσας.

 

 

 

 

 

Πριν χαράξει την επομένη, είμαστε στο νερό. Μέχρι εκείνο το σημείο είχαμε φτάσει μόνο με χάρτη, πυξίδα, διόπτευση και αναμέτρηση, όμως τώρα θα δουλεύαμε και GPS, γιατί στεριά θα κάναμε πολλές ώρες να δούμε. Πιάνουμε έναν λίγο δυτικότερο μεσημβρινό από τον 025ο 12’ που θα μας έβγαζε καρφί στην Ντία, για να αποφύγουμε τα ταχύπλοα της γραμμής Ηράκλειο-Σαντορίνη και βάζουμε πορεία στις 180ο. Ακούμε κάθε λίγο κάτι που μοιάζει με υπόκωφη έκρηξη, σαν υποθαλάσσιος σεισμός ή σαν να σκάνε δυναμίτες από κάπου μακριά, ενώ ακούγεται ήδη κι ο ντιζελοκινητήρας του πρώτου ταχύπλοου που ανεβαίνει από Κρήτη κι ας είναι πολλά μίλια μακριά ακόμα. Στις 6-7 ώρες η Χριστιανή χάνεται από πίσω μας. Είμαστε μόνοι σε ένα γαλήνιο, υδάτινο σύμπαν, χωρίς να φαίνεται στεριά πουθενά. Το πανίσχυρο δέος της ανοιχτής θάλασσας με κατακλύζει. Στα μισά μας βρίσκει το σκάφος υποστήριξης, άλλες 7-8 ώρες έχουν μείνει, τις μετράω μία-μία, και ήδη αχνοφαίνεται στο βάθος η Ντία. Ούτε που μας νοιάζει ο φρέσκος 4άρης ανατολικός στο πλευρό μας. Στα τελευταία μίλια πηγαίνουμε με 5 κόμβους, τέρμα, και λίγο μετά, με το τελευταίο φως της μέρας πατάμε Ντία. Το Κρητικό είναι πίσω μας.

Την Πέμπτη το απόγευμα μπαίνουμε στο ενετικό λιμάνι του Ηρακλείου. 250ν.μ. και 19 μέρες μετά, το ταξίδι φτάνει στο τέλος του. Δάκρυα και θαλασσινή αλμύρα έχουν γίνει ένα στο πρόσωπο. Το ταξίδι το πιστέψαμε, το δουλέψαμε αλλά πάνω από όλα μας άφησε η μεγάλη, προαιώνια μητέρα να το πραγματοποιήσουμε. Η ίδια η θάλασσα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Διαβάστε ακόμη: