Η Οδύσσεια μιας αγοράς

Άγγελος Χριστοφίδης

 

 

 

 

 

 

Μία μέρα του Μαΐου του ’17, μαζεμένοι καθώς ήμασταν σε μια από εκείνες τις ατελείωτες, φιλοσοφικές συζητήσεις για σκάφη και εξοπλισμούς, ο Γιάννης, «σαν έτοιμος από καιρό», μας ανακοίνωσε τη σκέψη του να αποκτήσει καινούργιο σκάφος. Το ταξίδι της αναζήτησης είχε μόλις ξεκινήσει. Αφότου συσκεφθήκαμε για κάποιες ώρες, αναλύοντας εις βάθος όλα τα δεδομένα και όλες τις υποψήφιες επιλογές, καταλήξαμε ομοφώνως σε ένα πολυεστερικό σκαρί, εσθονικής προέλευσης. Επόμενο βήμα θα ήταν να μιλήσω εγώ με τον «ζούρμπα», χαλκιδέο έμπορο και αντιπρόσωπο της συγκεκριμένης φίρμας για να μας επιβεβαιώσει καταρχάς αν μπορεί να μας το φέρει, καθότι θα ήταν custom παραγγελία, και κατά δεύτερον, να μας δώσει προσφορά.

 

 

 

 

 

Τον ζούρμπα μού τον είχε συστήσει ένας φίλος όταν πρωτοξεκίνησα να ασχολούμαι με το καγιάκ και αγόρασα από εκεί, τον Ιούνιο του ‘10, το πρώτο μου σκαφάκι, ένα κίτρινο sit-on-top, με το οποίο έκανα τις πρώτες μου κουπιές και το οποίο το έχω ακόμα. Μάλιστα το σένιαρα πέρσι και το χάρισα στον πατέρα μου να κάνει τις βόλτες του. Τότε, στον ζούρμπα δούλευε ως πωλητής ένα παιδί, ο Κώστας Κουφουδάκης, καλή του ώρα, που με είχε κερδίσει με το χαμόγελο και την άψογη συμπεριφορά του, ενώ ήξερε, επιπλέον, κι από καγιάκ. Είχε καθίσει τότε και μου είχε εξηγήσει αναλυτικά όλα τα μοντέλα που πούλαγε, που υπερτερεί και που υστερεί το καθένα και, επίσης, τα είχε ρίξει και για δοκιμή στο νερό. Επιπλέον, μου είχε δείξει και 2-3 πολύ βασικές τεχνικές, για το πώς κάνουμε κουπί, κάτι το οποίο εκτίμησα ιδιαίτερα. Λόγω του Κουφουδάκη κι εκείνης της πρώτης εμπειρίας, κλείδωσα στο μυαλό μου τον ζούρμπα ως ένα σωστό μαγαζί, παρότι όχι απόλυτα εξειδικευμένο στο καγιάκ, αφού πούλαγε από jet-ski μέχρι παντόφλες, από το οποίο θα ξαναγόραζα πράγματα και το οποίο βέβαια συνέστηνα ανεπιφύλακτα σε φίλους και γνωστούς. Και είναι αλήθεια ότι το μαγαζί αυτό πούλησε έκτοτε αρκετά σκάφη, λόγω των δικών μας συστάσεων, ως ομάδας.

Τα επόμενα χρόνια ο Κουφουδάκης έφυγε από τον ζούρμπα και άνοιξε δική του δουλειά με ιστιοπλοϊκά, που μαθαίναμε ότι πήγαινε και πολύ καλά. Από το σημείο αυτό και μετά αρχίσαμε να μιλάμε απευθείας με το αφεντικό, τον ίδιον τον ζούρμπα. Η πρώτη απευθείας συναλλαγή με τον ζούρμπα ήταν το 2012, με μια παραγγελία που είχε βάλει τότε ο ξάδερφός μου, για ένα όμορφο πολυεστερικό σκαρί. Τότε μάθαμε και τον ζούρμπα καλύτερα. Παρότι ήταν ευγενικός και φαινόταν εξυπηρετικός, απαντούσε π.χ. σχεδόν πάντα στα τηλέφωνα, υστερούσε στη συνέπεια. Από τον ένα μήνα που είχε δώσει χρόνο παράδοσης, πήγαμε στους δύο κι από εκεί στους τρεις και μετά στους πέντε. Στους πέντε μήνες μας είχε ενημερώσει ότι το σκάφος έχει φορτωθεί και έρχεται αλλά «έχει κολλήσει η νταλίκα στα χιόνια» και θα καθυστερήσει λίγο. Τότε είχε στείλει email ο ξάδερφός μου στο ίδιο το ναυπηγείο, με κοινοποιημένο τον ζούρμπα, κι από εκεί μάθαμε ότι δεν είχαν λάβει καν την παραγγελία από τον μαγαζάτορα. Μετά από κάποιες δικαιολογίες, στους έξι και κάτι μήνες το σκάφος παραδόθηκε με τον ζούρμπα τότε να μας κάνει δώρο και την πυξίδα για να μας εξευμενίσει, διασώζοντας οριακά το γόητρό του και αποκαθιστώντας εν μέρει την τραυματισμένη εμπιστοσύνη μας.

Και φτάνουμε στο σήμερα, δηλαδή τον Μάιο του ’17, για την παραγγελία του Γιάννη. Μιλάω με τον ζούρμπα στο τηλέφωνο, του θυμίζω ποιος είμαι και ποιοι είμαστε, και του ζητάω να μου πει αν μπορεί να φέρει το σκάφος, να μου δώσει μία τιμή και χρόνο παράδοσης. Μου επιβεβαιώνει, μου δίνει τιμή και «σε ένα μήνα, το πολύ δύο, θα το έχετε», δηλαδή πες Ιούνιο, άντε Ιούλιο. Ωραία, του λέω, θα σε πάρει τηλέφωνο κι ο Γιάννης, που είναι ο αγοραστής, να το προχωρήσουμε. Μιλάει μαζί του κι ο Γιάννης για τις λεπτομέρειες, χρώματα, εξοπλισμό κ.λπ. και του βάζει και μια προκαταβολή.

Κατά τα τέλη Ιουνίου, ξαναμιλάω μαζί του, για να δούμε που βρισκόμαστε. Τότε, μου λέει ο ζούρμπας ότι «έχει αλλάξει ο διευθυντής εξαγωγών του ναυπηγείου, με τον οποίο είχε άριστη σχέση και ότι δεν έχει μπορέσει να συνεννοηθεί με τον καινούργιο για την παραγγελία», ενώ αντιλαμβανόμαστε και ότι θα μας έφερνε άλλο σκάφος από αυτό που είχαμε παραγγείλει, καθώς δεν είχε καταγράψει καν την παραγγελία και δεν θυμόταν ούτε χρώματα, ούτε μοντέλο, ούτε τίποτα. Του έστειλε τότε ο Γιάννης ένα email με το μοντέλο και τα χρώματα αναλυτικά για να το προωθήσει στο εργοστάσιο. Μιλάω κι εγώ στο τηλέφωνο μαζί του και καθώς έχουν αρχίσει να με ζώνουν τα φίδια, ενθυμούμενος και την παλιότερη ιστορία, του ζητάω μόνο να μου δεσμευτεί ότι το σκάφος θα έρθει, έστω και καθυστερημένα. «Άγγελε το σκάφος θα έρθει, δεσμεύομαι προσωπικά» είναι η απάντησή του και μας δίνει νέα ημερομηνία παράδοσης «μέσα στον Αύγουστο».

Κατά τα τέλη του καλοκαιριού, ξαναπαίρνω να δω τι συμβαίνει. «Άγγελε, είναι αδύνατον να επικοινωνήσω με το εργοστάσιο, δεν μου απαντάνε ούτε στα τηλέφωνα, ούτε στα email, δώσε μου σε παρακαλώ λίγο χρόνο, θα ανέβω Γερμανία στην έκθεση PaddleExpo, που είναι τον Οκτώβριο να τους βρω από κοντά και αν χρειαστεί θα ανέβω και Εσθονία». Αντιλαμβάνομαι τότε ότι η παραγγελία δεν έχει μπει και ότι ο ζούρμπας μέσα από την τυπική παρελκυστική του τακτική θα προσπαθήσει να το τρενάρει όσο μπορεί, για να βάλει ίσως το σκάφος σε μια μεγαλύτερη, μαζική παραγγελία, άγνωστο πότε, για να του έρθουν φτηνότερα τα μεταφορικά. Καθώς γνωρίζουμε με τον Γιάννη ότι δεν έχουμε άλλες επιλογές, αποφασίζουμε να κάνουμε υπομονή μέχρι τον Οκτώβρη. Ο εμπαιγμός όμως δεν είναι κάτι που χωνεύεται εύκολα.

Τον Οκτώβρη κι ενώ έχουν περάσει ήδη πέντε μήνες, ξαναμιλάω με ζούρμπα και μου λέει ότι «δεν μπόρεσε να βγάλει άκρη ούτε από κοντά». Του λέω τότε ότι αν δεν βγάλει άκρη αμέσως και αν δεν μου δώσει μία ξεκάθαρη απάντηση του τι συμβαίνει με την παραγγελία μας και γιατί το σκάφος δεν έρχεται, θα δημοσιοποιήσω το θέμα, ζητώντας και την επίσημη θέση του εργοστασίου, οπότε καλό θα είναι να μου πει την αλήθεια για να μη βρεθεί εκτεθειμένος. Μετά από λίγες ημέρες, με ενημερώνει ότι τελικά έβγαλε άκρη και το σκάφος θα είναι Ελλάδα τέλη Νοέμβρη με αρχές Δεκέμβρη, ζητώντας «χίλια συγγνώμη για την ταλαιπωρία».

 

 

 

 

 

Αρχές Δεκέμβρη, μας ενημερώνει ότι «δεν έχει νεότερα από το εργοστάσιο». Στα όρια πλέον της υπομονής, πριν τραβήξουμε οριστικά την πρίζα, αποφασίζουμε με τον Γιάννη να δείξουμε ευελιξία και τον ρωτάω αν υπάρχουν ήδη στοκαρισμένα σκάφη, ώστε να πάρουμε ένα από αυτά -κι ας είναι σε διαφορετικά χρώματα από αυτό της αρχικής παραγγελίας. Σχεδόν ταυτόχρονα δημοσιοποιώ μία πρώτη, αναλυτική αναφορά της όλης υπόθεσης στην επίσημη σελίδα της εταιρίας και ως εκ θαύματος λίγες ώρες μετά, με ενημερώνει ο ζούρμπας ότι υπάρχουν σκάφη σε στοκ στο εργοστάσιο και αν θέλουμε να πάρουμε ένα από αυτά. Μου προωθεί παράλληλα και την επίσημη αλληλογραφία και σε μία εκδήλωση μεγαλοψυχίας μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε και την πιο πλούσια έκδοση στην ίδια τιμή, επωμιζόμενος ο ίδιος το κόστος, «καθώς ένιωθε την απογοήτευσή μας και ήθελε να επανορθώσει, παρότι δεν έφταιγε ο ίδιος, αλλά το εργοστάσιο». Βάζουμε λοιπόν εκ νέου παραγγελία, προφορικώς και γραπτώς, για ένα από τα στοκαρισμένα σκάφη και μου προωθεί ο ζούρμπας και το email του εργοστασίου που μιλούσε για παράδοση τη 2η εβδομάδα του Ιανουαρίου 2018. Θεωρώ ότι πλέον είμαστε στην τελική ευθεία και ότι η περιπέτεια θα έχει αίσιο τέλος.

Μια μέρα του Γενάρη κι ενώ είμαι στο νερό για προπόνηση με παίρνει τηλέφωνο ο Γιάννης. Θα είχε ήδη μιλήσει με τον ζούρμπα, ο οποίος θα του είχε πει, λογικά, ότι το σκάφος φορτώθηκε και ότι έρχεται από μέρα σε μέρα και με πήρε για να με ενημερώσει. Αν και διατηρούσα ένα νορμάλ τέμπο μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι παλμοί εκτοξεύθηκαν και η πίεση έφτασε σε στρατοσφαιρικά επίπεδα, όταν άκουσα τον Γιάννη να μου λέει απογοητευμένος ότι «το σκάφος δεν φορτώθηκε τελικά, γιατί ο ζούρμπας ζήτησε κάποιου είδους πιστοποιητικό από το εργοστάσιο που δεν του το έδιναν και άρα ακύρωσε τη μεταφορά». Παίρνω τον ζούρμπα αμέσως τηλέφωνο. «Ρε Παναγιώτη, τι έγινε πάλι;», «Άγγελε να σου εξηγήσω, σε παρακαλώ άκουσέ με. Καταρχάς να σου πω το εξής, είναι ένα παιδί, ο Αλέξης, που είχε πάρει το ίδιο σκάφος πριν από καιρό, μήπως τον ξέρεις;», «Ποιος Αλέξης ρε Παναγιώτη και τι σχέση έχει αυτό με την παραγγελία μας;», «Ωραία, άκουσέ με, αυτός ο Αλέξης είχε πάρει το ίδιο σκάφος, το οποίο αυτός λέει ότι ήταν ελαττωματικό, αλλά να σου πω την αλήθεια δεν πιστεύω ότι έχει και κανένα σοβαρό πρόβλημα, αυτός λοιπόν το πουλάει, μήπως θέλετε να πάρετε αυτό; Θα το πάρετε στη μισή τιμή από το καινούργιο…». Κανονικά, με αυτή την εισαγωγή θα έπρεπε να του πω να επιστρέψει την προκαταβολή του Γιάννη αμέσως και να κλείσω το τηλέφωνο, αλλά ήθελα να ακούσω το νέο εύρημα του γιατί δεν φορτώθηκε το σκάφος, επιστρατεύοντας όση ψυχραιμία μου είχε απομείνει. «Άγγελε, ζήτησα από το εργοστάσιο ένα πιστοποιητικό ότι το σκάφος θα είναι μοντέλο του 2017 και δεν μου το έδιναν, για αυτό και το ακύρωσα», «Σου ζητήσαμε εμείς Παναγιώτη κανένα τέτοιο πιστοποιητικό; Σου θέσαμε εμείς ως όρο να είναι μοντέλο του 2017;», «Α, δεν το χρειάζεστε; ΟΚ, ΟΚ, Άγγελε πες στον Γιάννη να με πάρει τηλέφωνο από Δευτέρα και το προχωράμε, το σκάφος θα σας το φέρω!».

Ο εμπαιγμός είχε φτάσει σε τέτοια σουρεαλιστικά επίπεδα, που δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο υπομονής. Ο Γιάννης ζήτησε πίσω την προκαταβολή και η παραγγελία ακυρώθηκε και τυπικά. Έλαβε κι ένα sms από τον ζούρμπα ότι «τα χρήματα έχουν κατατεθεί αλλά να σε ενημερώσω ότι το σκάφος έρχεται». Την ίδια μέρα έκανα εκ νέου δημόσια καταγγελία στη σελίδα του ναυπηγείου και έστειλα και μία επιστολή στον Τζάνεκ, διευθύνοντα σύμβουλο και κύριο μέτοχο της εσθονικής εταιρίας. Προς έκπληξή μου, ο Τζάνεκ μου απάντησε αμέσως. Μου είπε ότι συναισθάνεται την οργή μας και ότι η εμπειρία που ζήσαμε «θα πρέπει να ήταν εφιαλτική», ενώ μου ζήτησε και συγγνώμη καθώς δεν είχε καμία ενημέρωση επί του θέματος. Μου είπε ότι θα μιλούσε άμεσα με τον διευθυντή εξαγωγών και ότι θα προσπαθούσε να βρει μία λύση. Την επόμενη μέρα μου ξαναέστειλε και μου είπε ότι μίλησε με τον διευθυντή του, ο οποίος του μετέφερε ότι «η συνεννόηση με τον ζούρμπα είναι απλώς αδύνατη». Μου πρότεινε να μας στείλει το σκάφος ο ίδιος, απευθείας, χωρίς τη μεσολάβηση ούτε του ζούρμπα ούτε κανενός άλλου εμπόρου και, επιπλέον, μας έδωσε και μια τιμή εξαιρετική. Συμφωνήσαμε, εξοφλήθηκε το ποσό και μετά από λίγες ημέρες ο Γιάννης παραλάμβανε το νέο του σκαρί, απαστράπτον και άθικτο, από μια αποθήκη στον Ασπρόπυργο. Μετά από αλλεπάλληλες παλινωδίες και εμπαιγμούς διάρκειας εννέα μηνών, η περιπέτεια είχε αίσιο τέλος.

Θα ήταν εύκολο αλλά και το προφανές και λογικό να μεμφθεί κανείς τον ζούρμπα ή τον όποιο ζούρμπα για τέτοιου είδους ανερμάτιστες συμπεριφορές, που κάνουν τη ζωή του πελάτη κόλαση. Στην πραγματικότητα όμως πολύ μεγάλη, ίσως και μεγαλύτερη, ευθύνη φέρει και ο ίδιος ο καταναλωτής, οι ίδιοι οι πελάτες με την ανύπαρκτη καταναλωτική τους παιδεία, που άγονται και φέρονται σαν πρόβατα επί σφαγή, προσφέροντας το καλύτερο λίπασμα για την άνθηση τέτοιων φαινομένων. Για να το πούμε διαφορετικά, ο κάθε ζούρμπας έχει βρει το χώρο για να τα κάνει αυτά που κάνει. Έχουν ευθύνη οι πελάτες, που δέχονται αδιαμαρτύρητα τον εμπαιγμό, που δεν καταγγέλλουν, που δεν ερευνούν, που δεν συγκρίνουν, που δεν τιμωρούν ή που αντίστοιχα δεν επιβραβεύουν τους σωστούς, που δεν σχηματίζουν ομάδες με σκοπό την επαύξηση της δύναμης και της επιρροής τους μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, που, οι πλέον αξιοθρήνητοι από αυτούς προσκολλώνται σε κάποιον έμπορο και γίνονται οι αυλοκόλακές του, επειδή τους κέρασε μια μπύρα, κι ας τους παίρνει «και το εσώρουχο» σε κάθε αγορά τους, κι ας τους εμπαίζει σαδιστικά. Σε μία κοινωνία με σοβαρούς καταναλωτές, τέτοιοι έμποροι θα ήταν αδύνατο να υπάρξουν έστω και για μία ώρα.

Κοιτάζουμε το σκάφος με τον Γιάννη και χαμογελάμε. Λίγο καιρό μετά θα παραλαμβάναμε και δύο ακόμα καινούργια σκαριά, απευθείας από το εργοστάσιο, για τον Κώστα και τον Μιχάλη. Το μόνο καλό από τέτοιες «οδύσσειες» είναι αυτό το συναίσθημα στο τέλος, ότι τα κατάφερες και ότι θα έχεις μια ακόμη ιστορία να διηγείσαι. Καλοτάξιδα να είναι.


Διαβάστε ακόμη: