Ανατρεπτικά

Γιάννης Παπαπαναγιώτου

 

 

 

 

 

 

 

Δυνάμωσαν οι  κραδασμοί στο τραπέζι. Γυρίζω το βλέμμα στο παράθυρο. Η πολυκατοικία στο βάθος υποχωρεί σιγά σιγά προς τα πίσω. «Σήκωσε καδένα ο καπετάνιος» σχολιάζει ο Μιχάλης. Άντε καλό ταξίδι. Ο Παύλος στέκεται απέναντί μου σκυθρωπός. Ξέρω ότι χαίρεται, μα το τελευταίο διάστημα για κάποιο λόγο δεν θέλει να μοιραστεί μαζί μας αυτό που τον τρώει.

Προτείνω να βγούμε στην πίσω βεράντα του πλοίου. Δεν είναι δυνατόν να περνάει το πλοίο απ΄ το πέλαγο και εμείς να υποστούμε το άτσαλο air condition της σάλας. Περνάμε μπροστά από το εξωτερικό μπαρ της βεράντας και η ουρά για καφέ έχει κάνει ήδη στροφή. Φαντάζομαι τον αδιάφορο για το πόστο του μπάρμαν-πλήρωμα με το μαύρο παντελόνι και το λευκό πουκάμισο να φορά ριχτό Χονολουλού μπλουζάκι, να πετάει μπουκάλια από ρούμι στον αέρα λικνίζοντας το κορμί του σε ρέγκε ρυθμούς και γελάω μόνος μου.

Βρίσκουμε ένα τραπέζι και καθόμαστε. Αυτό το ταξίδι το προσπαθούσαμε έξι μήνες. Βλέπεις, τέσσερις μέρες στην πιο αεράτη περιοχή του πελάγους δύσκολα θα τύχουν με ήπιες συνθήκες. Μετά είναι και ο συντονισμός της παρέας. Εκτός του Παύλου που είναι ήδη στη σύνταξη εγώ μετά βίας κούμπωσα το τετραήμερο ενώ ο Μιχάλης επιβάρυνε τον συνεταίρο του για να τα καταφέρει.

 

Όπως και να ‘χει τα καγιάκ μας βρίσκονται στο γκαράζ του πλοίου και εμείς ροκανίζουμε τις ώρες κουβεντιάζοντας. Απέναντί μας μια παρέα, μάλλον φοιτητές, με φασαρία βγάζουν σέλφις με καταιγιστικό ρυθμό. Μόνοι τους ή με κάποιον ή κάποια απ’ την παρέα με φόντο τη θάλασσα ή το πλοίο συλλέγουν αναμνήσεις στο κινητό τους γελώντας και μιλώντας για τα σχέδια του επερχόμενου ξέφρενου τριημέρου στο νησί. Δίπλα τους ένα ζευγάρι συνταξιούχων δυσανασχετεί για το θόρυβο ή μάλλον για τα νιάτα που δεν μπορούν να έχουν πια, όσα χρήματα από τις οικονομίες μιας ζωής κι αν δώσουν. Ακόμα και αν τα παιδιά τους καλούσαν για μια σέλφι, τα χρόνια και η ζωή τους έχουν πάρει αυτό που χρειάζεται για να βγει το χαμόγελο ξέγνοιαστο.

Φυσικά και αυτοί με τη σειρά τους σαν θα βρεθούν στο νησί με συγγενείς και φίλους, θα χαρούν ήσυχες κρασονυκτίες κουβεντιάζοντας και αναπολώντας τις παλιές καλές εποχές. Τι λέξη κι αυτή… «αναπολώντας»… Αναπολώ όταν πια δεν μπορώ να δημιουργήσω νέες εμπειρίες; Είναι το επισφράγισμα της παραίτησης από τη δράση; Για άλλους ναι, για άλλους όχι.

Το λευκό μικρό σκυλάκι τους πάντως, κόντρα στη νωχελικότητά τους, προκαλεί ευθαρσώς το πίτμπουλ του τριαντάχρονου στο δίπλα τραπέζι που μαζί με την κοπέλα του αναλώνουν τον χρόνο τους ξεχωριστά σκυμμένοι στα τεράστια κινητά τους, αναζητώντας την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους αλλά όχι με αυτόν που είναι μαζί τους. Το δροσερό και σταθερό αεράκι μπουκάρει ανακουφιστικά στο κήτος του πλοίου με το πέσιμο της ράμπας στο λιμάνι της Χώρας. Έτοιμοι να βγάλουμε τα καγιάκ, αφού πρώτα θα εφορμήσουν οι απανταχού αγχωτικοί συνάνθρωποί μας, που πάντα χωρίς λόγο θέλουν να είναι πρώτοι, επιτρέποντας στη ζωή τους να κυλά μόνιμα με σφιγμένο στομάχι.

 

Κάνουμε τον τελικό ανεφοδιασμό, ντυνόμαστε και επιτέλους στο νερό. Για πρώτη μέρα θα κατέβουμε τη δυτική πλευρά του νησιού με στόχο διανυκτέρευση κοντά σε παραλία στο νότιο κάβο μετά από 18 μίλια. Ένα δυαράκι στην πλάτη μας δροσίζει και σύντομα αφηνόμαστε στη μαγεία της ακτογραμμής, ατόφιο αποτύπωμα μιας ιδιαίτερης γλυπτικής τέχνης που μόνο το πέλαγος κατέχει και ασκεί στα βάθη των χρόνων. Σύντομα η κουβεντούλα σβήνει και καθένας μας βυθίζεται στις δικές του σκέψεις, αφήνοντας το σώμα μηχανικά να ορίζει το σωστό τρόπο και ρυθμό στο κουπί του. Είναι ο παράξενα όμορφος τρόπος που φεύγουν τα μίλια χωρίς να το συνειδητοποιείς. Είναι ίσως μια μορφή εσωτερικής αναζήτησης, με το μεγαλείο της φύσης να αποτελεί το αποκλειστικό οπτικό ερέθισμα για ώρες και να λειτουργεί θετικά στη σκέψη.

Οι σκηνές έχουν ήδη στηθεί, τα γκαζάκια κρυώνουν μετά από το φλογερό μένος που ολοκλήρωσε το βρασμό στα τορτελίνια. Το ένστικτο της πείνας ικανοποιημένο πια, μας επιτρέπει να συνοδέψουμε τη δύση του ήλιου με λίγο τσίπουρο σαν επιβράβευση μιας κωπηλατικής μέρας. Όσο το φως χάνεται και τα πρόσωπά μας αχνοφαίνονται σταδιακά, αναδύονται κουβέντες εξομολογητικές, που το τσίπουρο και η βραδιά φέρνουν με πιο πολλή ευκολία στην παρέα. Ο Παύλος, άνθρωπος σκληρός και απαιτητικός πρώτα με τον εαυτό του κι ύστερα με τους άλλους, απόψε δείχνει την ανάγκη κάπου να τα πει. Η απρόσμενη απώλεια της γυναίκας του εδώ και τρία χρόνια τον έκανε πιο απόμακρο, πράγμα που δείχνει πως πίσω από το σκληρό εξωτερικό ύφος έχει την ευαίσθητη πλευρά του την οποία κρύβει επιμελώς.

Απέμεινε με το γιο του, τον Νικόλα, ρίχνοντας όλη την ενέργειά του σ΄ αυτόν όλο αυτό το διάστημα.

«Παιδιά το ξέρετε ότι ο Νικόλας πήγε στη Γαλλία εδώ και μήνες για πρακτική. Είχαμε να μιλήσουμε καιρό και με πήρε πριν από αρκετές μέρες τηλέφωνο. Μου είπε πως είναι καλά αλλά δεν σκέφτεται να γυρίσει. Είχε ήδη βρει δουλειά εκεί. Όταν προσπάθησα να του φέρω κάποια αντίρρηση μου επιτέθηκε. Με χρέωσε για την καταπίεση και τον αυταρχισμό μου, μου είπε ότι μισεί ό,τι με θυμίζει και δεν θέλει να ζει άλλο σε τέτοιες συνθήκες. Ρε παιδιά έχω αποτύχει και έμεινα μόνος μου.»

Οι λέξεις βγαίναν δύσκολα, το σαγόνι του έτρεμε και μετά μόνο το κύμα. Ο μόνος ήχος που απέμεινε να επιμένει ρυθμικά σπάζοντας στο βότσαλο την βουβαμάρα που ακολούθησε.

«Μην το λογιάζεις βαρύ Παύλο. Ένταση της νιότης και της στιγμής. Ο Νικόλας είναι χρυσό παιδί. Σ΄ αυτά ο χρόνος είναι φίλος σου και θα φροντίσει για σένα. Μόνο μην το βιάζεις και θα δεις». Ο Μιχάλης μπόρεσε να του δώσει κουράγιο κι ας ξέρει πως της παρηγοριάς οι κουβέντες δεν μετρούν σαν λύση. Η κουβέντα γύρισε στο καγιάκ, στο αγαπημένο μας θέμα, έτσι για να σπάσει η αμηχανία και έτσι έκλεισε η βραδιά.

Το πρωινό ξύπνημα έγινε όχι από τον συνήθη ύποπτο τον ήλιο αλλά από γερές ριπές ανέμου, που πίεζαν την σκηνή. Βγαίνω έξω. Είχαν ξυπνήσει και οι άλλοι, απορημένοι για τον άνεμο που δεν προβλεπόταν. Πέρα από τον νότιο κάβο που απάγκιαζε τον κυματισμό, φαινόταν φρεσκαρισμένη θάλασσα. Πίνουμε τον καφέ μας και μαζεύουμε τα κατασκηνωτικά, συζητώντας το νέο πλάνο που έπρεπε να βάλουμε. Μπροστά μας δεκαεπτά μίλια κροσάρισμα με ενδιάμεσο εναλλακτικό σταθμό τον νότιο απάγκιο κόλπο του μικρού νησιού στα οκτώ μίλια. Παίρνουμε νέα πρόβλεψη και όντως το σκηνικό έχει αλλάξει με καιρό οριακά ελεγχόμενο. Πλεύση πρύμα έως και στη μπάντα και αν καβατζάρουμε το νησάκι από την πάνω πλευρά, που σημαίνει χωρίς στάση, αποφεύγουμε και ένα έξτρα μίλι.

 

Μπαίνουμε στο νερό με στόχο να διατηρήσουμε ρυθμό και πολύ κοντά ο ένας στον άλλο.

Καβατζάροντας τον τελευταίο κάβο τα κύματα ξεκινούν το τρέξιμο στα σκάφη μας, δίνοντας δικαίωμα για υψηλή μέση ταχύτητα αλλά η διαχείριση των κυμάτων μας αποσπά όλη την προσοχή και δεν αφήνει περιθώριο για κουβέντες. Το σκάφος του Παύλου, ένα υπέροχο ταξιδιάρικο σκαρί με λεπτές γραμμές, απαιτητικό στο χειρισμό του, έχει γίνει ένα με τον καιρό αφού οι δεξιότητες του ιδιοκτήτη του -ο εμπειρότερος της παρέας παρόλα τα κιλά που έχει τσιμπήσει- το βοηθούν να αναδείξει τις ικανότητές του. Του Μιχάλη και το δικό μου, πιο ογκώδη και βαρύθυμα, εξασφαλίζουν την αναγκαία για μας σταθερότητα αλλά απαιτούν κόπο για να κρατήσουν ταχύτητα. Όλα ελεγχόμενα και πλησιάζουμε μετά από δύο ώρες τη βραχώδη ακτογραμμή του νησιού. Πρώτος ο Παύλος μπαίνει με τον καιρό στη μπάντα δίπλα στα βράχια. Απορώ με την άνεσή του μιας και το αντιμάμαλο έχει «βράσει» τα νερά δημιουργώντας τρελό ανακάτεμα. Δεν περνούν τρία λεπτά και ξαφνικά ο Παύλος χάνεται μέσα στα κύματα. Μέχρι να τον βρούμε βλέπουμε το κουπί του όρθιο για εντοπισμό της θέσης του.

Έχει ανατραπεί.

Πλαγιάζω το σκάφος δίπλα του για διάσωση ενώ ο Μιχάλης βουτάει την πλώρη του σκάφους μου με το σκοινί έλξης και μας απομακρύνει με κόπο από τα βράχια που απειλητικά έδειχναν πια τις αιχμηρές επιφάνειές τους. Ο Παύλος ανεβαίνει στο σκάφος και φανερά εκνευρισμένος, αδειάζει τα νερά και συνεχίζει την πορεία μέσα στο ανακάτεμα της θάλασσας. Του φωνάζω να απομακρυνθούμε από την ακτή μα δεν προλαβαίνουμε και ένα δεύτερο άτσαλο κύμα τον πετάει στο νερό, αυτή τη φορά χτυπώντας το σκάφος το κεφάλι του. Δεύτερη διάσωση μέσα σε λίγη ώρα και είναι η στιγμή για αλλαγή πλάνου αφού η κόπωση δεν θα συγχωρέσει άλλα ρίσκα. Χωρίς αντιρρήσεις γυρνάμε προς την υπήνεμη πλευρά του νησιού με στόχο το απάγκιο κολπίσκο για ανασυγκρότηση και ξεκούραση. Έχουμε απαγκιάσει και πλέοντας προς τον κόλπο βλέπουμε το κεφάλι του Παύλου μέσα στα αίματα. Προφανώς πληρώνει την επιμονή του με την αιχμηρή βάση της κάμερας στο ντεκ.

 

Μπαίνουμε στον κόλπο και οι καπελωτές σπιλιάδες επιμένουν να μας ταλαιπωρούν, φτάνουμε όμως στην παραλία όπου ένα όμορφο μικρό σπιτάκι μπροστά στο νερό δείχνει να έχει ζωή. Οι γάστρες φρενάρουν στην αμμουδιά και καθώς βγαίνουμε απ τα σκάφη ένας ηλικιωμένος, λιτά ντυμένος με ξερό μαυρισμένο πρόσωπο και ένα αφοπλιστικό χαμόγελο μας καλωσορίζει. Ο κυρ-Παναγιώτης, συνταξιούχος μηχανουργός μένει πια στο νησί αρκετό χρόνο με την κυρά Ασημίνα, τη σύντροφο της ζωής του. Βγαίνουμε να τον χαιρετήσουμε και από την άλλη μεριά της παραλίας πετάγεται ένας δωδεκάχρονος πιτσιρικάς που με εκστασιασμό ορμάει και κάθεται μέσα στο σκάφος του Παύλου με φόρα.

Δεν θα μπορούσε να συμβεί χειρότερα και μια δυνατή φωνή επιτάσσει «το βγες αμέσως παλιόπαιδο θα μου σπάσεις το σκάφος». Ο μικρός παραλύει ενώ ο παππούς του ο κυρ-Παναγιώτης ζητώντας συγγνώμη, ζητάει από το Νικολάκη να βγει αμέσως απ το καγιάκ. «Εντάξει ρε Παύλο, μην φρικάρεις, παιδί είναι», μάταια προσπαθώ να τον ηρεμήσω με την ένταση ζωγραφισμένη στο ματωμένο του πρόσωπο. Το παιδί εξαφανίζεται και ο παππούς του μας καλεί για καφέ για να αλλάξει το κλίμα. Η κυρά Ασημίνα σερβίρει τους ελληνικούς ενώ ο κυρ-Παναγιώτης μας εξηγεί για τον εγγονό του που σε κάθε ευκαιρία βρίσκεται στο νησί, μιας και η κόρη του δεν μπορεί να το κουνήσει ρούπι απ΄ την πόλη όπου δουλεύει για να συντηρηθούν, αφού ο πατέρας του μικρού την χώρισε και έφυγε για Αμερική. «Ο Νικολάκης έχει πάθος με τη θάλασσα, έρχεται πάντα στο ψάρεμα μαζί, κι αν τον ρωτήσεις θα σου πει πως θέλει να γίνει καπετάνιος. Όλη την ώρα καταπιάνεται με τα δολώματα, τα δίχτυα και τη βάρκα, περνώντας ώρες χωρίς να μας ενοχλεί».

 

Με βάση την τελευταία πρόβλεψη καιρού η θάλασσα θα πέσει από την επομένη το πρωί, έτσι παίρνουμε την απόφαση να στήσουμε για απόψε στο νησί και αύριο να καλύψουμε τη διαφορά, εφόσον ο καιρός δείχνει ότι θα είναι με το μέρος μας. Οι άνθρωποι μας καλούν για φαγητό και εμείς συμφωνούμε, με την προϋπόθεση να βάλουμε και εμείς τα φαγητά μας και τη μαγειρική μας τέχνη.

Δειλά εμφανίζεται ο Νικολάκης σε απόσταση ασφαλείας απ’ τον Παύλο και του ζητάω να έρθει κοντά. Αφήνουμε τους υπόλοιπους στην πεζούλα να κοιτούν τη θάλασσα, σέρνω το καγιάκ μου στο νερό και του ζητώ να μπει μέσα. Το πρόσωπό του φωτίζει και δείχνει σαν να μην πιστεύει στ΄αυτιά του. Κάθεται στο κάθισμα και με ένα θολωμένο χαμόγελο ακούει τις οδηγίες μου για την πρώτη του βόλτα. Ο Μιχάλης αφήνει τον καφέ και μπαίνει στο σκάφος του για συνοδεία, για το «ο μη γένοιτο». Οι πρώτες άτσαλες κουπιές του λιλιπούτειου κωπηλάτη συνοδεύονται από κραυγές χαράς. Γι΄αυτόν τα εκατό μέτρα αυτόνομης πλεύσης είναι το πρώτο του μαγικό ταξίδι.

Σαν γυρίζουν στην παραλία, βγαίνει από το σκάφος, κάθεται στην πεζούλα, με ευχαριστεί και γυρίζει το βλέμμα του στο καγιάκ. Θαρρείς και μαρμάρωσε, μένει εκεί να το κοιτά ασάλευτος. Μετά το υπέροχο γεύμα που τελικά τα χρυσά χέρια της κυρά Ασημίνας δημιούργησαν, το κρασί έχει την τιμητική του συνοδευόμενο με υπέροχες κουβέντες και φανερά το ζευγάρι κι εμάς να το απολαμβάνουμε. Η ζεστή απλότητα αυτών των ανθρώπων αναδεικνύει το ψυχικό τους μεγαλείο και συμπληρώνει στην ομορφιά του ταξιδιού μας. Μέχρι και ο Παύλος, αν και όχι λαλίστατος, χαλάρωσε από την έντασή του. Πέφτουμε για ύπνο στις σκηνές με την κούραση βοηθό για άμεση παράδοση στην αγκαλιά του Μορφέα.

 

Το πρωινό ξύπνημα έχει τα μαγικά χρώματα του ορίζοντα, προτού ο ήλιος αγγίξει την παραλία. Βγαίνω από τη σκηνή αναζητώντας έναν καφέ με κάθε αντίτιμο. Ο Μιχάλης μόλις που έχει ανάψει το γκαζάκι ενώ παραδοσιακά η σκηνή του Παύλου είναι ήδη μαζεμένη.

Καθόμαστε στη πεζούλα απολαμβάνοντας τη γαλήνη.

Η ώρα περνά και μάλλον αφύσικα ο Παύλος δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Πόση βόλτα να έκανε στο νησί; Άσε που δεν συνηθίζει το περπάτημα. Εκείνη την ώρα εμφανίζεται ο κυρ-Παναγιώτης με αυγά στα χέρια. Τον ρωτά ο Μιχάλης αν είδε τον Παύλο και απορημένος που δεν το γνωρίζουμε μας λέει για τον καπτάν-Αντώνη που τον πήρε χαράματα για τη χώρα με το καΐκι. Δεν τον πιστεύουμε αφού το καγιάκ του είναι μπροστά μας και ζητάμε εξηγήσεις εάν γνωρίζει αν θα γυρίσει και πότε. Με απολογητικό ύφος ο κυρ-Παναγιώτης μας εξηγεί ότι δεν του ανέφερε τίποτα.

Άκομψο αστείο από μέρους του Παύλου ή κάτι που μας κρύβει ο κυρ-Παναγιώτης, μας φέρνει σε εκνευριστική αμηχανία. Ο ήχος μηνύματος στο κινητό μου σπάει τη στιγμιαία σιωπή. Το ανοίγω. Είναι από τον Παύλο. «Καθίκια δεν πιστεύω να κοιμάστε ακόμα. Πάω να κοιτάξω τις ζαλάδες από το χτύπημα στο κεφάλι. Περιμένω φωτογραφίες από το ταξίδι που θα ολοκληρώσετε και μη στενοχωριέστε, στο επόμενο πάλι μαζί. Α, και τα καλορίζικα μου στον Νικόλα για το σκάφος και καλές κουπιές».


Διαβάστε ακόμη: