Τα Εξπρές του Αιγαίου

Από το Σούνιο μέχρι τη Σαντορίνη με καγιάκ. Ένα ακόμα ταξίδι της ομάδας στο Αιγαίο, αυτή τη φορά αφιερωμένο στην προστασία των θαλασσών. Ο Άγγελος και ο Κώστας αφηγούνται την περιπέτεια, ο καθένας με τα δικά του μάτια.


 Δρ Άγγελος Χριστοφίδης

 

 

 

 

 

 

Όλα αυτά τα χρόνια με την ομάδα, καλύψαμε με κουπί ένα μεγάλο μέρος της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας από Βορρά προς Νότο και από Δύση ως Ανατολή, περνώντας ακόμα και δύο ή τρεις φορές από ορισμένα μέρη. Παρέμεναν, ωστόσο, και κάμποσα νέα δρομολόγια στον χάρτη, παρθένα κι ανεξερεύνητα, που θα έμπαιναν στα μελλοντικά πλάνα μας. Το Σούνιο – Σαντορίνη μέσω δυτικών Κυκλάδων ήταν ένα από αυτά και κλείδωσε ως εγχείρημα πριν από δύο χρόνια, το 2017.

Το πρώτο μεγάλο σκέλος αυτού του δρομολογίου, από το Λαύριο μέχρι τη Σίφνο και πίσω, το είχα κάνει παρέα με τον Χρήστο Φλεβοτόμο το 2007 με φουσκωτό, ένα 6μετρο Μόστρο με δίχρονο 150άρι στον καθρέφτη του. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν βεβαίως ακόμα ούτε ομάδα, ούτε καγιάκ, υπήρχε όμως η όρεξη δυο πιτσιρικάδων για θαλασσινό ταξίδι και περιπέτεια καθώς και η διάθεση να ατσαλωθούμε στη θάλασσα. Εκείνο το ταξίδι ήταν κατά κάποιον τρόπο το βάπτισμα του πυρός στο Αιγαίο, καθώς είχαμε πέσει σε ενισχυμένο μελτέμι με μπόλικο ξύλο. Δυο-τρεις στιγμές μου έχουν μείνει από τότε. Η μία όταν φύγαμε μεσάνυχτα από Καμάρες Σίφνου για Χερρόνησο, έτσι για την εμπειρία, με ένα 6άρι στα όρτσα και πίσσα σκοτάδι, με τον αέρα να λυσσάει, το σκάφος να σηκώνεται όρθιο, την προπέλα να ξενερίζει, το μοτέρ να ουρλιάζει και εμάς να κρατιόμαστε δυνατά από τα ρέλια με δέος, τρόμο και προσευχές μη γίνει καμιά αβαρία. Η δεύτερη όταν ξυπνήσαμε την άλλη μέρα το πρωί στον γαληνεμένο κόλπο της Χερρονήσου και ήταν όλα τόσο όμορφα και τόσο ήρεμα. Η τρίτη όταν βγήκαμε από το λιμάνι της Σίφνου για την επιστροφή και αντικρίσαμε τα κινούμενα βουνά ενός γεμάτου εφταριού, έτοιμα να κατασπαράξουν οτιδήποτε τύχαινε να βρεθεί κατά λάθος στο διάβα τους. Ολόκληρο το ταξίδι της επιστροφής ήταν μια δοκιμασία, με το φουσκωτό να βρίσκεται περισσότερο στον αέρα παρά στο νερό, πασχίζοντας να μείνει πλαναρισμένο στους 10-12 κόμβους. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει Αιγαίο για ένα μικρό σκάφος.

 

Κάπου στο Αιγαίο με τον Χρήστο, τα χρόνια πριν την ενασχόληση με το καγιάκ και τη δημιουργία της ομάδας.

Όταν το Σούνιο – Σαντορίνη μπήκε στα σκαριά, η ομάδα είχε ήδη μεγαλώσει σημαντικά. Με τους νέους κωπηλάτες και τις κωπηλάτισσες κάναμε τα τελευταία χρόνια μία σειρά από μικρά εξπεντίσιον, που πέρα από όλα τα υπόλοιπα είχαν και ως σκοπό να δουλέψουμε και να δέσουμε μεταξύ μας, ώστε με ορισμένους να επιχειρήσουμε και τη συγκεκριμένη αποστολή στο Αιγαίο. Ωστόσο, οι επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις των περισσοτέρων κατέστησαν τη συμμετοχή τους αδύνατη, έχοντας μόνο τη δυνατότητα για μια μικρή σύμπλευση κατά τις τελευταίες 1-2 μέρες του ταξιδιού. Η σύνθεση της αποστολής οριστικοποιήθηκε με δύο μόνο συμμετοχές, του Κωνσταντίνου Ντιλιακού και τη δική μου.

Με τον Κωστή γνωριστήκαμε το 2016, με τη συμμετοχή του σε έναν μικρό, ακτιβιστικό διάπλου που είχαμε διοργανώσει τότε, από το Σούνιο -κατά σύμπτωση!- μέχρι το Ελληνικό, με σκοπό τη συγκέντρωση φαρμάκων για το ΜΚΙΕ και την ένωση των φωνών μας για την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της Υγείας. Σε εκείνη τη σύμπλευση ο Κώστας έδωσε αμέσως δείγμα γραφής με τον συγκροτημένο χαρακτήρα του, τη σοβαρότητα, την πειθαρχία και τη ναυτοσύνη του, ενώ παρά το μάλλον ακατάλληλο πλεούμενο που είχε τότε, δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να τρέχει μπροστά-πίσω στην «αρμάδα» και να βοηθάει, όπου χρειαζόταν. Από αμιγώς κωπηλατική σκοπιά, η θηριώδης διάπλασή του, με ύψος κοντά στο 1,90 και βάρος γύρω στα 110 κιλά, σήμαινε «ξεμπάζωμα» στην κουπιά ενώ δεν υστερούσε και σε αντοχή, στοιχεία που του προσέδωσαν το χαϊδευτικό «βενζινάκατος». Ήταν και σχετικά οικονομικός, με λογική κατανάλωση, αντίθετα από κατασκευές ανάλογου εκτοπίσματος που καίνε σαν αμερικάνικοι V8 περασμένων δεκαετιών. Από τη στιγμή που μπήκε στην ομάδα ο Κώστας, τα μόνα θέματα που έπρεπε να τακτοποιήσουμε, ήταν αφενός το ζήτημα του σκάφους, με όλη τη δυσκολία που συνεπάγεται να βρεθεί σωστό, αξιόμαχο βαπόρι για κωπηλάτη αυτών των διαστάσεων και αφετέρου το καθαρά κωπηλατικό κομμάτι, η βελτίωση των τεχνικών, οι διασωστικές ασκήσεις, το γράψιμο μιλίων και το ατσάλωμα μέσα στις πραγματικές συνθήκες της ανοιχτής θάλασσας. Όλα υλοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Ο Κώστας δούλεψε όλα αυτά τα χρόνια σοβαρά και συστηματικά, φτάνοντας στο επίπεδο που απαιτείται για ένα πολυήμερο εξπεντίσιον στην ανοιχτή θάλασσα. Βρέθηκε και το κατάλληλο, μάχιμο σκάφος και ο συνδυασμός ήταν πλέον έτοιμος για πόλεμο.

 

Ντιλιακός σημαίνει άφθονη δύναμη και ροπή. Αν ήταν κινητήρας, θα ήταν κάποιος τουρμποντίζελ μεγάλου κυβισμού.

Αυτή την αποστολή αποφασίσαμε να την αφιερώσουμε στην προστασία των θαλασσών, με κύριο σκοπό την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας για τους βασικούς κινδύνους που απειλούν τις θάλασσες του πλανήτη, μεταξύ των οποίων και τη Μεσόγειο: τη ρύπανση από πλαστικά και την υπεραλίευση. Και τα δύο αυτά ζητήματα, αν επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τις δομικές αιτίες τους, συνδέονται αφενός με την ανορθολογική φύση του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου, στην καρδιά του οποίου βρίσκεται η μεγιστοποίηση του κέρδους μέσα από την άκρατη -και ακραία ανισομερή- ανάπτυξη, τη σπατάλη και την καταλήστευση των φυσικών πόρων της Γης, δίχως την παραμικρή έγνοια για την υγεία των ανθρώπων και για το μέλλον της ζωής στον πλανήτη και αφετέρου με τη ραγδαία αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού. Σε ό,τι αφορά τα πλαστικά, μολονότι έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή φιλόδοξες λύσεις μεγάλης κλίμακας για τον καθαρισμό των θαλασσών, όπως το Ocean Cleanup Project, αν δεν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην πηγή του, με ριζική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου, περιορισμό της ανάπτυξης και εφαρμογή αποτελεσματικών μηχανισμών διαχείρισης των απορριμμάτων, ο ρυθμός της ρύπανσης θα υπερβαίνει πάντοτε τον ρυθμό του καθαρισμού. Ταυτόχρονα, με την υπεραλίευση και τη μείωση του πλούτου των θαλασσών έχει δημιουργηθεί ήδη ένα ανησυχητικό έλλειμμα στο οικολογικό ισοζύγιο. Η ικανότητα ανανέωσης των πληθυσμών των ψαριών στερεύει. Αν δεν εφαρμοστεί αυστηρά η νομοθεσία, με αντιμετώπιση της παράνομης αλιείας, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον οι θάλασσες θα είναι νεκρές.

Ο απόπλους προγραμματίστηκε για τα ξημερώματα της Δευτέρας 17 Ιουνίου από τον ναό του Ποσειδώνα και θα είχαμε στη διάθεσή μας 7-8 μέρες για να φέρουμε την αποστολή σε πέρας, πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να δώσουμε και κάποια σχετικά γκάζια. Οι μέρες πριν το ταξίδι απαιτούν μια ψυχική ηρεμία, να έχεις τακτοποιήσει κάθε εκκρεμότητα για να μπορέσεις να αφοσιωθείς στο εγχείρημα απερίσπαστος. Για μένα αυτή η χρονική περίοδος φέτος είχε μια ένταση παραπάνω, καθώς τρεις μέρες πριν την αναχώρηση είχα την υποστήριξη της διδακτορικής μου διατριβής, μία διαδικασία απαιτητική και αγχωτική. Υπάρχει, ωστόσο, πάντα μία βαλβίδα εκτόνωσης του άγχους πολύ αποτελεσματική. Αυτή είναι να βάλεις ως προτεραιότητα την κάθε δοκιμασία πρώτα απ’ όλα να τη χαρείς, να τη διασκεδάσεις και κατά δεύτερον να σταθείς με ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό σου, ότι το πάλεψες όσο γινόταν, δίνοντας τον αγώνα σου τίμια και καθαρά. Πέμπτη ήμουν Γιάννενα, Σάββατο πίσω Αθήνα και Κυριακή απόγευμα μαζί με τον Κώστα στη μικρή παραλία του Σουνίου, ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Βγάλαμε μία φωτογραφία με το πανό, αποχαιρετήσαμε τους γονείς και αρχίσαμε να τακτοποιούμε τα πράγματα. Λίγο πριν τη δύση του ήλιου άρχισε να αραιώνει κι ο κόσμος. Πριν την πέσουμε, πέρασε να μας χαιρετήσει κι ο Φώτης, που ήταν να έρθει σε ένα κομμάτι του ταξιδιού αλλά επαγγελματικές υποχρεώσεις της τελευταίας στιγμής τον κράτησαν πίσω. Καθίσαμε και τα είπαμε λίγο και μετά πέσαμε για ύπνο κάτω απ’ τα αρμυρίκια, δίπλα στα σκάφη. Από την υπερένταση των ημερών αλλά και χάρη σε ένα λεφούσι από μυγάκια και κουνούπια, που δεν χαμπάριαζαν ούτε από το αντικουνουπικό, ζήτημα να κλείσαμε τα μάτια για κάνα-δυο ώρες.

 

Τεσσεράμισι χτυπήσαν τα ξυπνητήρια. Η θάλασσα ακύμαντη, ο ναός φωτισμένος, το φεγγάρι γεμάτο, με το είδωλό του ζωγραφισμένο στο νερό. Πριν από κάθε απόπλου τα συναισθήματα είναι διαφορετικά, ανάλογα με τη συγκυρία της στιγμής. Υπήρξαν κάποια ταξίδια που στον απόπλου είχα μια νευρικότητα, κάτι δεν μου άρεσε, κάτι με παίδευε, κάτι δεν μου καθόταν καλά. Το πιο οικείο συναίσθημα, όμως, αυτό που ένιωθα και τώρα, ήταν μια γαλήνη ψυχική μαζί με μια παρόρμηση φυγής, μια αδημονία να μπω στο κόκπιτ και να ανοιχτώ στο πέλαγος. Με το που «λύσαμε κάβους» να φύγουμε, ένα άσπρο αυτοκίνητο κατεβαίνει γρήγορα τις στροφές, ανάβοντας φώτα και κορνάροντας. Ήταν ο Σταύρος με την κοπέλα του, είχαν έρθει να μας αποχαιρετήσουν και να μας βγάλουν καμιά φωτό. Χαιρετηθήκαμε και τραβήξαμε τις πρώτες κουπιές. Καβατζάρουμε τον πρώτο βράχο, όπου πάνω του στέκει περήφανα ο ναός, και στρίβουμε με ρότα για νότιο κάβο Μακρονήσου.

 

Χωρίς να το καταλάβουμε πιάνουμε Μακρόνησο και από εκεί Κέα, με ένα ελαφρύ κυματάκι στην μπάντα. Στον Κούνδουρο κάναμε μια μικρή στάση και από εκεί συνεχίσαμε παράκτια μέχρι το νότιο άκρο του νησιού. Το αρχικό σχέδιο ήταν να κάνουμε σε αυτό το σημείο, σε μια παραλία του νότιου άκρου, το μεγάλο διάλειμμα της ημέρας και να συνεχίσουμε μετά. Όμως, φτάνοντας στο μπουγάζι και βλέποντας απέναντι την Κύθνο, αποφασίσαμε να μη χάσουμε καθόλου χρόνο και να περάσουμε καρφί απέναντι, όπως κι έγινε. Στο βόρειο άκρο της Κύθνου, βγήκαμε για λίγο έξω σε μια μικρή παραλία και εκεί την έπεσε για κάνα μισάωρο ο Κώστας κάτω από τη σκιά ενός βράχου που έστεκε μονάχος του στην αμμουδιά σαν να έπεσε κατευθείαν από τον ουρανό. Μετά από λίγο ήμασταν και πάλι στα σκάφη. Έχοντας όλη τη μέρα μπροστά και με τις μηχανές να δουλεύουν στρωτά και ξεκούραστα, παρά το γεγονός ότι η πρώτη μέρα είναι πάντα μέρα προσαρμογής για το σώμα, είπαμε να κάνουμε μία ακόμη τελευταία στάση, αυτή τη φορά στην Κολώνα, μόνο και μόνο για να δούμε το μέρος. Βγάλαμε τα σκάφη σε αυτή την όμορφη λωρίδα γης ανάμεσα στους δυο κόλπους και ξαπλώσαμε στα ρηχά, για λίγη δροσιά. Εκεί μας έπιασαν την κουβέντα δύο κοπέλες, που πλατσούριζαν παραδίπλα και τους έκαναν εντύπωση τα σκάφη. Δασκάλες σαλονικιές, η μία διορισμένη στο νησί, μας ρώτησαν από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε. Είπαμε δυο λόγια, μας είπαν κι αυτές τα δικά τους, χαιρετηθήκαμε και ξαναπιάσαμε τα κουπιά για μέσα. Στα τελευταία μίλια ο ήλιος καίει. Κωπηλατούμε χαλαρά πλέον, παράκτια της Κύθνου, χωρίς βιασύνη, μιας και το πρόγραμμα της μέρας έχει βγει παραπάνω από καλά. Κατά το απόγευμα καταπλέουμε στον Άγιο Δημήτριο, κοντά στο νοτιότερο άκρο της Κύθνου, με 35 μίλια στο κοντέρ. Φάγαμε ωραίο φαΐ εκεί, στην ταβέρνα, φορτίσαμε συσκευές και ετοιμαστήκαμε για διανυκτέρευση.

 

Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε με την απόγειο αύρα, λίγο πριν χαράξει, με το φεγγάρι πάντα εκεί, σαν να θέλει να παρατείνει τη βάρδιά του. Είναι αυτές οι μικρές στιγμές σε κάθε εξπεντίσιον, που σε κάνουν να νιώθεις ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Όσο κι αν πασχίσουν οι λέξεις να το περιγράψουν, αν δεν το ζήσει κανείς, δεν μπορεί να το καταλάβει στην ολότητά του. Είναι αυτή η επαφή με τη φύση, η απλότητα, η απογύμνωση από καθετί περιττό κι ενοχλητικό. Ακόμα και μέσα από το σκληρό, στρατιωτικό πρόγραμμα ενός πολυήμερου εξπεντίσιον, που δεν υπάρχει η χαλαρότητα και η άνεση χρόνου των μικρών εκδρομών, θα ανοιχτούν χαραμάδες ανεμελιάς και περιηγητικής διάθεσης και σε αυτό σημαντικό ρόλο παίζει και η ίδια η φύση του καγιάκ. Μπήκαμε μέσα να φύγουμε για Σέριφο. Στο νοτιότερο άκρο της Κύθνου είμαστε στις 07.00 και κάνουμε λίγο κράτει να περάσει το NISSOS CHIOS, που ξυρίζει σχεδόν τον νότιο κάβο ανεβαίνοντας για Πειραιά. Βάζουμε πλώρη στις 140 μοίρες, για Συκαμιά, με ένα γλυκό ρεύμα στα πρύμα να μας σπρώχνει. Πιάνοντας στο βόρειο άκρο της Σερίφου, φρεσκάρει λίγο ο Βοριάς και μέχρι να στρίψουμε για την ανατολική πλευρά του νησιού, περνάμε από ένα ελαφρύ αντιμάμαλο. Στο καβατζάρισμα για κάτω, όμως, με τον καιρό κατάπρυμα, η πλεύση είναι θαύμα. Αν και βάσει πλάνου είχαμε σχεδιάσει να μην βγούμε καν Σέριφο αλλά να περάσουμε απευθείας Σίφνο, τελευταία στιγμή το ξανασκεφτήκαμε και αποφασίσαμε ότι μετά τα 35 μίλια της πρώτης μέρας, τα σώματα δικαιούνταν λίγη αποθεραπεία, ώστε να βγουν απροβλημάτιστα και οι επόμενες μέρες. Όπως ήμασταν, με τον Βοριά να έχει δυναμώσει κι άλλο, στρίψαμε τις πλώρες προς τη στεριά και κάναμε προσγειάλωση στην Ψιλή Άμμο. Μιας και βγήκαμε εκεί νωρίς το μεσημέρι, θα είχαμε μπροστά μας σχεδόν μια μέρα ολόκληρη για ξεκούραση.

 

Στην παραλία πιάσαμε κουβέντα με δυο οικογένειες Γερμανών. Τους είπαμε τον σκοπό του ταξιδιού και τους άρεσε ενώ ενθουσιάστηκαν όταν τους είπαμε ότι έχουμε και το Live Map, μέσω του οποίου μπορεί κανείς να παρακολουθεί την πορεία μας ζωντανά. Μπήκαν επιτόπου στο σάιτ μας και ρώτησαν πώς μπορούν να βοηθήσουν. Τους είπαμε ότι σε αυτή τη φάση αυτό που χρειάζεται είναι ο κόσμος να ενημερωθεί και να ευαισθητοποιηθεί για την προστασία των θαλασσών και μέσα από την αλλαγή της στάσης του καθενός, μπορεί να επέλθει και η μεγαλύτερη αλλαγή. Την υπόλοιπη μέρα τη βγάλαμε αραχτοί κάτω από τα αρμυρίκια, φάγαμε και κάποιες από τις προμήθειες που είχαμε, να ελαφρύνουν λίγο και τα σκάφη, και κατά το βράδυ στρώσαμε για ύπνο. Του Κώστα του αρέσει να κοιμάται στη σκηνή. Εγώ βαριέμαι το στήσιμο-ξεστήσιμο όσο τίποτα, μα πάνω από όλα μου αρέσει να κοιμάμαι έξω. Στρώμα, μαξιλάρι, υπνόσακος και φεύγεις για αλλού.

 

Το πρωί της επομένης ξυπνήσαμε καινούργιοι. 05.35 ήμασταν στο νερό. Χαιρετήσαμε ένα καΐκι που μάζευε δίχτυα και βάλαμε για Σίφνο. Το μπουγάζι το περάσαμε γρήγορα και μετά από λίγη ώρα πιάσαμε Καμάρες για μικρό διάλειμμα και ανεφοδιασμό. Μετά συνεχίσαμε παράκτια μέχρι το Βαθύ και από εκεί βάλαμε πλώρη για Κίμωλο, με ένα τριαροτεσσάρι στην μπάντα. Τα λευκά πετρώματα της κιμωλίας γης, ένα ορυκτό μεγάλης αξίας κατά την αρχαιότητα, φαίνονται από μακριά. Στο μπουγάζι θέλει τα μάτια σου δεκατέσσερα. Ειδικά τέτοια ώρα κυκλοφορεί εκεί ό,τι θες, από ταχύπλοα επιβατηγά που πάνε με πάνω από 30 μίλια/ώρα, μέχρι μεγάλα φορτηγά, γκαζάδικα, κρουζεράδικα και υπερδεκάμετρα φουσκωτά που πετάνε πάνω απ’ τα κύματα. Πιάνοντας Κίμωλο, οι λευκοί βράχοι με τη γλυκά σμιλεμένη σάρκα μοιάζουν σαν ζωντανοί, με τις μικρές σπηλιές να χάσκουν σαν ανοιχτά στόματα. Εκεί παραδίπλα, λίγο πριν τον κολπίσκο της Πράσσας, φυτρώνει μέσα από το νερό και μια μισογκρεμισμένη, πετρόχτιστη κατασκευή, με πολύ επιμελημένη τοιχοποιία. Στην πανέμορφη παραλία της Πράσσας σταματήσαμε για μια βουτιά και μετά συνεχίσαμε για Ψάθη, όπου σκοπεύαμε να βγάλουμε τη νύχτα. Σύραμε τα σκάφη έξω και αρχίσαμε να ψάχνουμε για κατάλυμα, να κάνουμε κάνα μπάνιο και να χαλαρώσουμε. Υπήρχε όμως εκεί, στην Ψάθη, κάτι το άσχημο, σχεδόν αποκρουστικό, από τα αφιλόξενα, σχεδόν εχθρικά βλέμματα των ντόπιων και διάφορες περίεργες φάτσες μέχρι τα αφρόντιστα, σχεδόν παρατημένα σπίτια. Το μόνο ξεχωριστό αντικείμενο ήταν αυτή η όμορφη βάρκα-βιβλιοθήκη, που έστεκε εκεί μπροστά όρθια, σαν να προσπαθούσε η καημένη από μόνη της να περισώσει ό,τι γινόταν από την όλη κατάσταση. Κάτσαμε σε μια ταβέρνα, φάγαμε ένα μέτριο φαγητό και αποφασίσαμε να μη μείνουμε ούτε λεπτό παραπάνω σε αυτό το μέρος. Φορέσαμε άρον-άρον τα σωσίβια πάνω από τα στεγνά ρούχα, μπήκαμε όπως ήμασταν στα σκάφη και όπου φύγει-φύγει. Στα τριάντα μίλια, άλλωστε, της μέρας, τι ψυχή έχουν δύο ακόμα; Μετά από μισή ώρα, με το τελευταίο φως της μέρας, ήμασταν απέναντι, Πολύαιγο, σε μια παραλία όνειρο. Κάθε εμπόδιο για καλό.

 

Αυτές οι πρώτες μέρες κύλησαν ωραία, τα μίλια βγήκαν αβίαστα και καταφέραμε να είμαστε πιο μπροστά κι από το πλάνο. Μετά την Πολύαιγο πιάσαμε Φολέγανδρο. Παρατηρώ τα κάθετα κομμένα βράχια, ιδανικό τερέν για αναρριχητές, λάτρεις του Deep-water soloing. Στο πέρασμα για Σίκινο, μια σειρά από νησίδες σπάνε το μπουγάζι σε μικρότερα μέρη. Στο βάθος ένας μικρός βράχος, ο Κάραβος, μοιάζει με γκαζάδικο το οποίο πέτρωσε εκεί για πάντα κάποιος δαίμονας της θάλασσας. Νωρίς το μεσημέρι φτάσαμε Αλοπρόνοια, βγήκαμε για έναν καφέ και κατόπιν ξανά μέσα για Ίο, Μυλοπότα. Η Σαντορίνη φαίνεται πλέον πεντακάθαρα. Στον Μυλοπότα μας περίμεναν φίλοι του Κώστα, ο Γιώργος κι ο Σωτήρης Δράκος που έχουν την ταβέρνα, οι οποίοι μας υποδέχθηκαν και μας φιλοξένησαν. Μετά από πέντε μέρες ύπνου έξω, είχε έρθει τώρα η ώρα για ντους και ύπνο σε μαλακό στρώμα. Το βράδυ, σένιοι και φρέσκοι, βγήκαμε για βόλτα στον παραλιακό δρόμο, ανάμεσα σε δεκάδες ξένους πιτσιρικάδες που σέρνονται, παραπατάνε και ξερνάνε από το μεθύσι. Ένας έσκασε σε ένα παρτέρι μπροστά μας με κωλοτούμπα, σηκώθηκε, έκανε δυο-τρεις σβούρες και συνέχισε. Κάτσαμε φάγαμε 3-4 πιτόγυρα που τα πληρώσαμε λες και ήταν καραβίδες γαρνιρισμένες με χαβιάρι, μαγειρεμένες από τον Γκόρντον Ράμσεϊ και γυρίσαμε σπίτι. Ευτυχώς το ντάπα-ντούπα από τα κλαμπ της περιοχής δεν κράτησε πολύ κι έτσι κοιμηθήκαμε άρχοντες.

 

Σάββατο πρωί φύγαμε για Μαγγανάρι, προτελευταίος σταθμός της διαδρομής. Έξω έχει φρεσκάρει ένα πεντάρι αλλά τον έχουμε στα πρύμα και μας κατεβάζει σφαίρα. Μόνο στο στρίψιμο για μέσα στον κόλπο φάγαμε μερικές γερές σπιλιάδες στα όρτσα αλλά πρόβλημα ουδέν, οι κοφτερές πλωράρες του STEL HEKTOR και του IRONMAN ανοίγουν δρόμο. Είχα οχτώ χρόνια να δω το Μαγγανάρι, από το 2011 που κατεβαίναμε για Κρήτη. Ομορφιά απαράμιλλη. Βγήκαμε έξω, τακτοποιήσαμε σκάφη και κάτσαμε για φαγητό. Ο Σάκης με τον οποίο είχαμε γνωριστεί το ’11 ήταν ακόμα εκεί και είχε φτιάξει το μαγαζί του ακόμα πιο όμορφο. Με θυμήθηκε και τον θυμήθηκα. Χαμογελάσαμε που παρά τα οχτώ χρόνια που πέρασαν, χρόνια δύσκολα, τα είχαμε καταφέρει και είχαμε επιβιώσει, ο καθένας με τον τρόπο του, και τώρα τα ξαναλέγαμε. Τελευταίο βράδυ.

 

Μέρα έβδομη, Κυριακή πρωί κατά τις δέκα, και είμαστε στο νερό για απέναντι, δέκα μίλια δρόμος. Μπερδεμένος κυματισμός μέσα από το χτεσινό πεντάρι και τον φρέσκο αέρα, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Τα παιδιά από την ομάδα είχαν ήδη φτάσει Σαντορίνη με το καράβι από την προηγούμενη και μας περίμεναν. Μισό μίλι για τον τερματισμό. Σημαδεύουμε Μαυρόπετρα. Τελευταία μέτρα και μανουβράρουμε με προσοχή μην χτυπήσουν οι γάστρες σε καμιά μεγάλη πέτρα από τις πολλές που παραμονεύουν. Βγάζουμε τα σκάφη έξω και αγκαλιαζόμαστε. Τερματισμός. Λίγο μετά ήρθαν και μας βρήκαν και τα παιδιά, Γιάννης και Βάσω, οικογένεια Παπαπαναγιώτου, Κουνιάρης, Άννα και Χρυσούλα. Κοιμηθήκαμε εκεί το βράδυ και την επομένη κωπηλατήσαμε όλοι μαζί στην καλντέρα μέχρι την Κοκκινόπετρα, στο νότιο άκρο.

Βγήκε γρήγορα και αυτή η αποστολή. Όμως σε αυτά τα ταξίδια, η ταχύτητα και ο χρόνος μετρούν διαφορετικά. Είναι άλλες οι μονάδες μέτρησης εκεί μέσα, είναι η εμπειρία, η αίσθηση, το βίωμα, και μετά η ανάμνηση. Είναι το πρωινό φεγγάρι κι ο απογευματινός ήλιος, είναι τα αστέρια και μια ξαφνική ριπή αέρα που έρχεται και σε ψύχει καθώς ιδρώνεις και καίγεσαι μέσα στο καυτό μεσημέρι. Είναι τόσα πολλά που μπορούμε να μιλάμε για ώρες. Καμιά φορά κάθεσαι και παρατηρείς και τη θάλασσα, σε κάποια κομμάτια της ακόμα πεντακάθαρη και κρυστάλλινη. Συλλογίζεσαι το παρελθόν της, τα όσα μας έχει δώσει και όσα εξακολουθεί να μας δίνει. Και εκεί λες, ας κάνω κι εγώ το χρέος μου απέναντί της.


Κωνσταντίνος Ντιλιακός

Βάπτισμα πυρός στο Αιγαίο

 

 

 

 

 

 

Η ιδέα του «μεγάλου» expedition στριφογύρναγε στο μυαλό μου εδώ και αρκετό καιρό, από το 2016 που ανακάλυψα την ομάδα και γνώρισα τον Άγγελο. Έχοντας διαβάσει όλα τα άρθρα για τις προηγούμενες αποστολές της ομάδας, είχα πάρει μια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι ένα τέτοιο εγχείρημα. Ο καιρός περνούσε και ήδη με την ομάδα είχαμε πραγματοποιήσει αρκετά διήμερα και τριήμερα expedition, όμως ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε. Είχα γράψει πλέον αρκετά μίλια στη θάλασσα, είχα βγει με αρκετούς καιρούς και δεν είχα σταματήσει να χαράζω νοητές πορείες στον υπολογιστή για το πιθανό μεγάλο ταξίδι. Θα ήταν Ιόνιο, Κυκλάδες ή Δωδεκάνησα; Ιδέα δεν είχα, ήθελα απλά να βιώσω στο έπακρο αυτό που έμενε μισό στα προηγούμενα. Μετά από πολλές εικονικές πορείες και μια χρονιά γεμάτη απαιτητικές προπονήσεις, καταλήξαμε στο «Σούνιο –Σαντορίνη». Ήταν η χρυσή τομή συνδυάζοντας την ικανοποιητική διάρκεια των 160 ναυτικών μιλίων, δηλαδή αν όλα πήγαιναν καλά περί τις 8-10 ημέρες στη θάλασσα, που σήμαινε ότι δεν θα είχαμε πρόβλημα με την άδεια από την εργασία μας, ακόμη και αν μας «έκλεινε» για λίγες μέρες ο καιρός σε κάποιο νησί. Ο απόπλους είχε αρχικά αποφασιστεί για τις 16 Ιουνίου όμως λόγω κάποιων υποχρεώσεων τελικά έγινε τη Δευτέρα 17 Ιουνίου.

Κυριακή βράδυ ήμασταν ήδη στο Σούνιο, όπου θα διανυκτερεύαμε με υπνόσακους χωρίς να στήσουμε σκηνές, προκειμένου το πρωί να μην χάσουμε χρόνο και ήδη πριν το χάραμα να είμαστε στο νερό. Βέβαια τη διανυκτέρευση την κανονίσαμε χωρίς την συγκατάθεση των κουνουπιών που είχαν άλλη άποψη και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μη κλείσω μάτι και τα κατάφεραν. Σε συνδυασμό με την αγωνία και το άγχος για την επόμενη μέρα η βραδιά κύλησε αργά και βασανιστικά.

Το πρωί της Δευτέρας, μετά από ολιγόλεπτο ύπνο, ήμασταν ήδη έτοιμοι και λίγο πριν το χάραμα ήμασταν στο νερό για να τραβήξουμε την πρώτη κουπιά. Το τοπίο κάτω από το ναό μαγικό και μετά από τις πρώτες κουπιές αντικρίζουμε τη Μακρόνησο με μια μοναδική ανατολή, η οποία καθρέπτιζε στο νερό. Σε λίγη ώρα είμαστε στο νότιο άκρο του νησιού και χαράζουμε ρότα για Κέα. Ο καιρός ιδανικός, η κυκλοφορία των καραβιών ελάχιστη, πέρα από 2-3 φορτηγά και σε λιγότερο από δυόμιση ώρες είμαστε Κούνδουρο. Μικρό διάλειμμα για ξεκούραση και σε μισή ωρίτσα πάλι αρχίζουμε το κουπί για να «κατηφορίσουμε» το νησί. Φτάνοντας στο νότιο άκρο της Κέας κατά τις 12:00, αποφασίσαμε να μην σταματήσουμε για διάλειμμα στην παραλία Σχίνος και χαράξαμε πορεία για Κύθνο. Ο καιρός εξακολουθούσε να είναι ιδανικός αλλά ήδη η αϋπνία είχε ξεκινήσει να μου «βαραίνει» το κουπί. Παρόλα αυτά ο ρυθμός μας ήταν ικανοποιητικός και σε δύο ώρες περίπου πλησιάζαμε τα πρώτα βράχια της Κύθνου. Ήμασταν κάνα μίλι περίπου από την ακτογραμμή και ανάμεσα στα κοφτερά βράχια ξεχώριζε μια μικρή παραλία. Ήταν αυτό που χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή. Είπα στον Άγγελο αν μπορούμε να βγούμε λίγο για διάλειμμα και ευτυχώς συμφώνησε μιας και ήμασταν άνετοι χρονικά. Η παραλία ερημική, χωρίς πρόσβαση από στεριά αλλά δυστυχώς και χωρίς αρμυρίκια για σκιά. Μόνο ένας μεγάλος βράχος υπήρχε εκεί που έσκαγε το κύμα. Το ένστικτο της επιβίωσης και η ανάγκη για ύπνο έφεραν στο προσκήνιο τον πολυμήχανο Οδυσσέα που κρύβουμε κάπου όλοι μέσα μας, οπότε σε λίγα λεπτά ροχάλιζα κολλημένος στο βράχο, τη μοναδική σκιά της παραλίας. Αφού φόρτισα λίγο τις μπαταρίες μου, σε καμιά ώρα ξεκινήσαμε για τον προγραμματισμένο επόμενο σταθμό, την Κολώνα, ίσως το χαρακτηριστικότερο σημείο του νησιού. Εκεί ελιχθήκαμε ανάμεσα στα δεκάδες σκάφη που είχαν αγκυροβολήσει και πιάσαμε στεριά. Η αλήθεια είναι ότι παρ’ όλη την ομορφιά του σημείου, μετά από τόσες ώρες μοναχικής και προπάντων αθόρυβης πλεύσης, μου κακοφάνηκε κάπως αυτή η «φασαρία». Συνεχίσαμε την παράκτια πλεύση και αργά το απόγευμα φτάσαμε στον Άγιο Δημήτριο, όπου και θα ήταν ο τερματικός σταθμός της πρώτης ημέρας. Η τοπική ταβέρνα ήταν το πρώτο πράγμα που εντόπισα πριν βγούμε στην παραλία, είπαμε, το ένστικτο της επιβίωσης, και μετά από ένα… έντονο γεύμα, κάτι τουρίστες δίπλα απομακρύνθηκαν σε άλλο τραπέζι φοβούμενοι ότι ίσως δεν σταματήσουμε στα όρια του δικού μας τραπεζιού. Σειρά είχε ο ύπνος. Ο Άγγελος θα κοιμόταν πάλι σε σκέτο υπνόσακο στην παραλία, εγώ το σκεφτόμουν να ανοίξω τη σκηνή μιας και δεν ήθελα να ρισκάρω δεύτερη βραδιά αϋπνίας που θα τίναζε στον αέρα το όλο εγχείρημα αλλά τελικά κοιμήθηκα σε δωμάτιο που νοίκιαζε η ιδιοκτήτρια της ταβέρνας. Μετά από 35 μίλια και αρκετές ώρες στο νερό είχε λήξει επιτυχώς η πρώτη μέρα με την ψυχολογία ανεβασμένη μιας και ουσιαστικά είχαμε βγάλει και τα μίλια της δεύτερης του αρχικού πλάνου.

 

Μέρα δεύτερη και ξύπνημα στις 05:15 προκειμένου να ξεκινήσουμε νωρίς και παρότι πρωινός τύπος ένιωθα ότι άνετα θα κοιμόμουν ακόμη δυο-τρεις ώρες. Σε καμιά ώρα ήμασταν στο νότιο άκρο του νησιού και βλέπαμε απέναντι τη Σέριφο. Ο ρυθμός μας στο κροσάρισμα ήταν σχετικά καλός με πάνω από 3,5 κόμβους αλλά ένιωθα την κούραση της πρώτης ημέρας να κάνει αισθητή την παρουσία της. Ο διάπλους διήρκεσε περίπου δύο ώρες και κατόπιν συνεχίσαμε παράκτια, έχοντας κωπηλατήσει περίπου 16 μίλια. Λίγο μετά τις 11:00 ήμασταν στην Ψιλή Άμμο, όπου και θα διανυκτερεύαμε. Η κούραση ήταν μεγάλη παρ’ όλη τη μικρή απόσταση και η ψυχολογία μου ήταν εμφανώς πεσμένη, με έντονο προβληματισμό για την επόμενη ημέρα όπου το πρόγραμμα είχε 30+ μίλια στο νερό. Ο Άγγελος με απόλυτη ηρεμία, σχεδόν σιγουριά, με καθησύχασε λέγοντάς μου «θα κοιμηθείς, θα φας και αύριο θα είσαι καινούργιος». Είχαμε άλλωστε τόσες πολλές ώρες ξεκούρασης που κάποιες στιγμές ένιωσα ότι κάναμε διακοπές.

 

Μέρα 3η, ξυπνητήρι σταθερά στις 04:30 και σε καμιά ώρα ήμασταν στο νερό. Αφού καλημερίσαμε ένα τοπικό ψαρά που συναντήσαμε, μας επιβεβαίωσε τη θετική πρόγνωση του καιρού και έτσι ξεκινήσαμε τις κουπιές μας με τα σκάφη να σημαδεύουν τη Σίφνο. Λίγο μετά τις 08:00 ακουμπάγαμε τα πρώτα βράχια του νησιού και συνεχίσαμε για το πανέμορφο λιμάνι του νησιού, τις Καμάρες. Ίσως από τα ομορφότερα λιμάνια που έχω δει σε ελληνικό νησί, μιας και ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν τη Σίφνο, πεντακάθαρο και γραφικό. Αφού ξεκουραστήκαμε καμιά ωρίτσα, συνεχίσαμε παράκτια την πλεύση μας για το Βαθύ. Η πρόγνωση ήταν ότι ο καιρός θα είχε ένα μικρό φρεσκάρισμα το μεσημέρι και, για να πω την αλήθεια, είχα μια ανησυχία για το πέρασμα προς την Κίμωλο. Σκεφτόμουν ότι ίσως θα ήταν καλύτερο να βγούμε στο Βαθύ για να δούμε την εξέλιξη του καιρού. Ο Άγγελος θεωρούσε ότι δεν είχαμε να περιμένουμε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήδη βλέπαμε ως προς τον καιρό και ότι είναι άσκοπο να βγούμε εκεί χάνοντας πολύτιμο χρόνο. Τελικά πείστηκα και ξεκινήσαμε με ρότα για Κίμωλο με τα κουπιά να δουλεύουν υπερωρίες. Σε δύο ώρες είχαμε φτάσει ήδη Κίμωλο, στη πανέμορφη παραλία της Πράσσας, με το ρολόι να δείχνει 14:30. Έχοντας ελάχιστα μίλια να διανύσουμε ακόμη νιώθαμε πραγματικά πολύ χαλαροί. Ώρα για μπανάκι και ξεκούραση. Αφού χορτάσαμε τα υπέροχα νερά συνεχίσαμε για Ψάθη, το λιμάνι της Κιμώλου. Μόνο μία λέξη μπορεί να χαρακτηρίσει το τοπίο… παρακμή. Η πρώτη εικόνα ήταν απογοητευτική. Αν εξαιρέσει κανείς την πρωτότυπη και όμορφη βιβλιοθήκη-βαρκούλα, όλο το υπόλοιπο σκηνικό θύμιζε εγκατάλειψη. Αφού φάγαμε σε ένα παραλιακό εστιατόριο, σειρά είχε να ψάξουμε για κάποιο κατάλυμα κοντά στην παραλία του λιμανιού όπου είχαμε τα σκάφη. Τελικά αφού είχαμε ρωτήσει όλα σχεδόν τα τοπικά καταστήματα και δεν υπήρχε δωμάτιο από ότι μας είπαν, με ύφος όχι ιδιαίτερα φιλόξενο, αποφασίσαμε να κοιμηθούμε στην παραλία. Εκεί συναντήσαμε τόσο τις αντιδράσεις των καταστηματαρχών όσο και δυο λιμενοφυλάκων -με ύφος τουλάχιστον ναυάρχου- όπου μας παρέπεμψαν σε μία παραλία βορειότερα του νησιού! Με τα πολλά, έχοντας εκνευριστεί από την αντιμετώπιση αυτή και μη έχοντας πολλή ώρα στη διάθεσή μας, μιας και είχε φτάσει σχεδόν 20:00, φύγαμε για Πολύαιγο όπου διανυκτερεύσαμε στη μαγική παραλία του νησιού. Η 3η ημέρα είχε φτάσει στο τέλος της με 32 μίλια στο κοντέρ και στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί το πόσο σημαντική ήταν η ξεκούραση της 2ης μέρας στη Σέριφο. Είχε δίκιο ο Άγγελος, ήμουν όντως σαν καινούργιος. Είχαμε κωπηλατήσει 32 μίλια και αισθανόμουν ότι θα μπορούσα να συνεχίσω για αρκετές ώρες ακόμη.

 

Ημέρα 4η και για να μην χαλάμε την παράδοση ξυπνητήρι πάλι στις 04:30 με τη πρώτη κουπιά να είναι κατά τις 05:30. Πριν καν ξεκινήσει το expedition, όπως το μελέταγα από τους ηλεκτρονικούς χάρτες στον υπολογιστή, το συγκεκριμένο πέρασμα από την Πολύαιγο προς τη Φολέγανδρο μου έδειχνε μεγάλο, με τα 11 μίλια ανοιχτής θάλασσας να μου προκαλούν δέος. Η πραγματικότητα βέβαια ήταν κάπως χειρότερη. Η πρωινή υγρασία σε συνδυασμό με τον ήλιο δημιουργούσε την αίσθηση ότι ο προορισμός μας ήταν πολύ πιο μακριά, με τη Φολέγανδρο να αχνοφαίνεται στο βάθος ελάχιστα. Όλα αυτά βέβαια ήταν και ο λόγος που απέκτησα ξαφνικά παραπάνω άλογα και κρατήσαμε πολύ καλή μέση ωριαία ταχύτητα ώστε στις 09:00 να έχουμε ήδη πλευρίσει το νησί. Έπειτα από καμιά ώρα ήμασταν στην Αγκάλη και τελικά στον Άγιο Νικόλαο όπου και κατασκηνώσαμε για να περάσουμε τη νύχτα. Πρώτα, βέβαια, δοκιμάσαμε την τοπική κουζίνα στην ταβέρνα της παραλίας, είπαμε… το ένστικτο της επιβίωσης ήταν στο ζενίθ! Η 4η μέρα είχε ήδη φτάσει στο τέλος της, με 18 περίπου μίλια κουπιού και αρκετή μέρα μπροστά μας για ξεκούραση. Όταν σχεδιάζαμε το ταξίδι και βλέπαμε στο χάρτη τα σκέλη με τον Άγγελο είχα την αίσθηση ότι αν καταφέρναμε και φτάναμε στη Φολέγανδρο, είχαμε πραγματικά μεγάλες πιθανότητες ολοκλήρωσης του ταξιδιού, οπότε ήμουν ψυχολογικά ανεβασμένος και, το βασικότερο, σωματικά δεν ένιωθα καμία κόπωση, γεγονός που ενίσχυε ακόμη περισσότερο την αυτοπεποίθησή μου. Βέβαια στη θάλασσα ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, ακόμη και αν έχουν μείνει λίγα μίλια για τον προορισμό σου, πόσο μάλλον στην περίπτωσή μας που είχαμε ακόμη πολλά μίλια μπροστά μας.

 

Η 5η μέρα ξεκίνησε πάλι πριν το χάραμα με τις πρώτες πρωινές ώρες να μας βρίσκουν παράκτια, να χαζεύουμε την καθηλωτική, άγρια ομορφιά των βράχων του νησιού. Επόμενος σταθμός η Σίκινος, με το πέρασμα από Φολέγανδρο να είναι πολύ ενδιαφέρον και ξεχωριστό λόγω των μικρών νησιών που παρεμβάλλονται με πιο ξεχωριστό τον Κάραβο, που τιμά επάξια το όνομά του μιας και υπό μία συγκεκριμένη οπτική γωνία δύσκολα δεν τον μπερδεύεις για καράβι. Συνεχίσαμε παράκτια στο νησί και κατά τις 11:00 φτάσαμε Αλοπρόνοια. Αφού αναρτήσαμε το πανό με το μήνυμα της αποστολής και βγάλαμε τις καθιερωμένες φωτογραφίες όπως σε κάθε άλλο σημείο ξεκινήσαμε με τελικό προορισμό την Ίο. Με μεγάλη προσοχή λόγω της συχνής κυκλοφορίας σκαφών και πλοίων της γραμμής κροσάραμε για Μυλοπότα, όπου φτάσαμε λίγο μετά τις 15:00, γράφοντας 24 μίλια στο κοντέρ. Εκεί μας περίμεναν ο Γιώργος και ο Σωτήρης στην ταβέρνα τους και η αλήθεια είναι ότι μετά από τόση ώρα στη θάλασσα ήταν η υποδοχή που θέλαμε. Στο Μυλοπότα η αλήθεια είναι ότι υπήρχε μαζεμένος όσος κόσμος δεν είχαμε δει στα υπόλοιπα νησιά μαζί, με πολύ τουρισμό αλλά και τη συνεπακόλουθη οχλαγωγία. Λόγω μιας τουριστικής εκδήλωσης, έναν «χορό» όπως μας είπαν, η κατάσταση ήταν προς το βράδυ κάπως εκτός ελέγχου στα παραλιακά κλαμπ. Σίγουρα πολύ διαφορετικό το σκηνικό σε σχέση με τις προηγούμενες ημέρες. Ο φίλος Σωτήρης μας φιλοξένησε σε δωμάτιο πάνω από το εστιατόριο και έτσι μετά από μέρες θα είχαμε την άνεση του κρεβατιού, έτσι για αλλαγή.

 

Οι προγνώσεις για την 6η μέρα δεν ήταν πολύ αισιόδοξες και ήδη από τον προστατευμένο κόλπο του Μυλοπότα φαινόταν ότι ο καιρός θα φρέσκαρε για τα καλά. Έτσι το πρόγραμμα θα ήταν να κατέβουμε παράκτια μέχρι το Μαγγανάρι, δηλαδή κάπου στα 6-7 μίλια, ώστε μόλις κόψει ο καιρός να είμαστε έτοιμοι να περάσουμε για τον τελικό προορισμό τη Σαντορίνη. Έτσι δεν υπήρχε λόγος για πρωινό ξύπνημα και εκμεταλλευτήκαμε το πρωινό ξεκινώντας χαλαρά τη μέρα μας και πέφτοντας στο νερό κατά τις 12:00. Ο καιρός μας κατέβαζε πολύ στρωτά προς τον προορισμό μας και σε κάνα δυωράκι ήμασταν ήδη Μαγγανάρι, στην ταβέρνα του Σάκη όπου θα περνάγαμε το βράδυ σε ένα από τα ενοικιαζόμενα, εκεί κοντά στην παραλία. Το Μαγγανάρι μαγικό, πολύ διαφορετικό από την προηγούμενη μέρα, φοβερή παραλία που παρ’ όλη την ανοικοδόμηση δίνει μια αίσθηση περιβαλλοντικής αγνότητας.

 

Με τον άνεμο να έχει ενισχυθεί αρκετά και να μην δείχνει σημάδια εξασθένησης, ακόμη και το βράδυ, σε σημείο που έδεσα τα σκάφη σε μια πακτωμένη ομπρέλα στην παραλία μην τυχόν και τα παρασύρει ο καιρός και τερματίσουν χωρίς εμάς, η ανησυχία για την επόμενη μέρα ήταν το θέμα συζήτησης. Σε συνεχή επικοινωνία με τη Χρυσούλα, τη μετεωρολόγο μας, ήμασταν ακόμη σε αμφιβολία σχετικά με τον αυριανό απόπλου της Κυριακής. Οι προγνώσεις έδειχναν μια Δευτέρα με σχεδόν άπνοια, οπότε στη χειρότερη θα τερματίζαμε την επομένη και αυτό με ηρεμούσε κάπως. Βέβαια με την υπόλοιπη ομάδα να είναι ήδη Σαντορίνη για να μας υποδεχτεί, μας έτρωγε το γεγονός ότι θα παραμέναμε μια ολόκληρη μέρα ακόμη στην Ίο. Από την άλλη, όλο το βράδυ με τον αέρα να ακούγεται ολοένα και πιο δυνατός είχα απογοητευτεί και είχα ξεγράψει κάθε ελπίδα για απόπλου την Κυριακή.

Η τύχη που μας συντρόφευε σε όλο το ταξίδι δεν είχε σκοπό να μας εγκαταλείψει την τελευταία μέρα. Ξημέρωσε η Κυριακή και ο άνεμος είχε σπάσει αισθητά με τάση για περαιτέρω εξασθένηση. Αφού φάγαμε πρωινό και πήραμε ακόμη μια τελευταία πρόγνωση από τη Χρυσούλα και με τον Άγγελο να είναι σίγουρος ότι δεν θα έχουμε θέμα με τον καιρό, πήραμε την απόφαση να ετοιμαστούμε για τον διάπλου. Στις 10:00 ξεκινήσαμε να ανοιγόμαστε από το Μαγγανάρι με προορισμό το βόρειο άκρο της Σαντορίνης όπου θα μας περίμενε η υπόλοιπη ομάδα. Η θάλασσα ήταν ανακατεμένη αρκετά από τη χθεσινή βραδιά, χωρίς όμως να προβληματιστούμε. Διατηρώντας μια πολύ καλή ταχύτητα, κατά τη 13:00 φτάσαμε στη Μαυρόπετρα, έχοντας φέρει σε πέρας την αποστολή μας! Μετά από 7 ημέρες και 160 μίλια ήμασταν στον τελικό προορισμό! Συγκίνηση και ενθουσιασμός όταν ανταμώσαμε την υπόλοιπη ομάδα αλλά και ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και ασφάλειας πλέον. Η μέρα πέρασε προσπαθώντας να διηγηθούμε όσο γίνεται πιο πιστά τις εμπειρίες των προηγούμενων ημερών. Η επόμενη μέρα θα μας έβρισκε πλέον όλους μαζί στο νερό για μια ομαδική πλεύση στην καλντέρα με κατάπλου σε μια παραλία στο νότιο ακρωτήρι του νησιού και από εκεί θα μεταφέραμε αργά το απόγευμα τα σκάφη στο λιμάνι για το βραδινό δρομολόγιο της επιστροφής.

 

Μία πολύ δυνατή εμπειρία που τελικά αν δεν τη ζήσεις, δεν μπορείς να την φανταστείς καν, πόσο μάλλον να τη μεταδώσεις μέσα από ένα γραπτό κείμενο. Αυτό που τελικά μου έμεινε πιο έντονο από όλες αυτές τις μέρες είναι το συναίσθημα όταν βρίσκεσαι στην ανοιχτή θάλασσα, σε ένα μικρό πλωτό σκάφος, πλήρως εκτεθειμένος στη δύναμη της φύσης. Αισθάνεσαι τόσο μικροσκοπικός, τόσο αδύναμος και ίσως ασήμαντος μπροστά στην απεραντοσύνη της θάλασσας που αλλάζει σίγουρα ο τρόπος που βλέπεις κάποια πράγματα. Η φύση μπορεί με τον πιο σκληρό τρόπο να σε διδάξει την ταπεινοφροσύνη που θα έπρεπε να έχουμε όλοι μας απέναντί της. Πρέπει να αναλογιστούμε την ευθύνη που έχουμε απέναντί της και να λάβουμε δράση άμεσα για την προστασία της. Ο σκοπός της αποστολής αυτής ήταν να ακουστεί αυτό το μήνυμα όσο γίνεται πιο ηχηρά και θέλω να πιστεύω ότι τέτοιες ενέργειες θα γίνονται όλο και πιο συχνά, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε όλοι την ευθύνη που φέρουμε, ο καθένας ξεχωριστά.


Διαβάστε ακόμη: