Σωτήρια περιπέτεια

Άγγελος Χριστοφίδης

 

 

 

 

 

 

Μάρτιος 2017. Πέντε το πρωί, σκοτάδι ακόμα, κι ο Σωτήρης ήταν έξω απ’ την πόρτα μου, στην ώρα του με στρατιωτική ακρίβεια. Μαζί και η «Γαλάτεια» ντυμένη στα μαύρα, το βαρομετρικό χαμηλό που όλη την εβδομάδα άπλωνε αργά και υπομονετικά τα πλοκάμια του πάνω από Δυτική και Κεντρική Ελλάδα μπαίνοντας πλέον ορμητικά πάνω κι από την Αττική γη. Με τη βροχή διαρκώς να δυναμώνει, φορτώσαμε τα σκάφη στο αμάξι και φύγαμε, με πρώτη στάση στα διόδια της Ελευσίνας, όπου ήταν η συνάντηση με τους υπόλοιπους. Από ‘κει, αργά και δεξιά, με τους καθαριστήρες να δουλεύουν στο τέρμα και ξαφνικές ριπές αέρα να ταρακουνάνε τα αμάξια, πορεία για Διακοφτό, όπου θα γινόταν ο απόπλους. Προορισμός μας τα Τριζόνια, το μοναδικό κατοικημένο νησί του Κορινθιακού, όπου θα διανυκτερεύαμε Σάββατο και την Κυριακή επιστροφή.  «Όποιος ξεκινάει χαράματα με τέτοιο καιρό να πάει για κουπί, πηγαίνει γυρεύοντας για περιπέτειες», μας καλημέρισε ένας καλός φίλος, παλαιός καγιάκερ.

 

 

 

 

 

Στην καθημερινή, αστική πραγματικότητα, η περιπέτεια είναι ταυτόσημη της ταλαιπωρίας. «Μπήκα σε περιπέτειες» συνηθίζουμε να λέμε, κάθε φορά που μπλεκόμαστε στα δίχτυα ενεργοβόρων μηχανισμών, δισεπίλυτων κρίσεων και καφκικών αδιεξόδων. Όποτε προκύπτουν τέτοιες περιπέτειες, δεν είναι παρά για να εντείνουν σαρκαστικά το αίσθημα του πνιγμού μέσα στα τοξικά, τελματωμένα νερά αυτής της υπαρξιακής φυλακής, όπου ο εαυτός συνθλίβεται κάτω από την πρέσα της ματαιότητας και της μονότονης επανάληψης, καθώς τραβάει κουπί σε ένα σισύφειο κάτεργο δίχως τέλος. Η περιπέτεια στη φύση, αντιθέτως, συνυφασμένη με τα πρώτα στάδια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, είναι η ελεύθερη χάραξη ρότας πέρα από οποιονδήποτε τεχνητό καταναγκασμό, και ο αγώνας να επιβιώσεις αλλά και να φτάσεις κάπου, βασιζόμενος στο μυαλό, τις δυνάμεις σου και τη συνεργασία με την ομάδα σου. Ίσως να οφείλεται στην αταβιστική επιβίωση κάποιου αρχέγονου γονιδίου αυτή η ορμέμφυτη ανάγκη που σε κάνει να ανοίγεσαι στις θάλασσες με ένα κουπί ή να κυνηγάς απάτητες κορυφογραμμές, όμως αυτό που έχει σημασία είναι ότι επιλέγοντας αυτόν τον συχνά δύσβατο δρόμο θα νιώσεις πιο ζωντανός από ποτέ και, στο τέλος, θα έχεις να διηγηθείς και μια μικρή ιστορία, που θα μείνει για πάντα στο θησαυροφυλάκιο των αναμνήσεών σου.

Παρά τον καιρό, το ηθικό της ομάδας ήταν ακμαίο. Ο Κώστας, παρά την ίωση που τον είχε ταλαιπωρήσει όλη την προηγούμενη εβδομάδα, ήταν σε θέση μάχης, «χαπακώθηκα το πρωί και είμαι εντάξει!», ενώ ήρεμοι και αποφασισμένοι ήταν κι ο Φώτης με τον Γιάννη. Ο ήρωας όμως ήταν ο Σωτήρης. Διότι, εκ των πραγμάτων, απαιτεί γενναιότητα να αποφασίσεις να έρθεις σε μία τέτοια εξόρμηση, με αυτόν τον καιρό, με δανεικό σκάφος που θα κωπηλατούσες για πρώτη φορά, κι ενώ η παρελθούσα εμπειρία σου με κλειστά σκάφη, sea-kayak, ήταν όλες κι όλες τρεις δοκιμές συνολικής διάρκειας είκοσι λεπτών σε ήρεμη θάλασσα. Στη ζυγαριά βάραινε, ωστόσο, θετικά ότι είχε μία βασική πείρα από κουπί, ως κάτοχος ανοικτού σκάφους, και, οπωσδήποτε, το γεγονός ότι ήταν «άνθρωπος της φύσης», δυνατός και ανθεκτικός. Εννοείτο, δε, ότι θα ήμασταν διαρκώς δίπλα του για υποστήριξη, ενώ και το πρώτο σκέλος της διαδρομής, από το Διακοφτό μέχρι τα Διγελιώτικα, θα ήταν παράκτιο, οπότε το οποιοδήποτε συμβάν θα αντιμετωπιζόταν με άνεση και θα αξιολογούσαμε την κατάσταση για τη συνέχεια.

 

 

 

 

 

Στο Διακοφτό γκρίζα, βαριά σύννεφα απλώνονται παντού αλλά η βροχή έχει κόψει. Καθόμαστε για έναν καφέ στα γρήγορα και αμέσως ξεκινάμε τις ετοιμασίες. Κατεβάζουμε τα σκάφη, φοράμε τις στολές και τακτοποιούμε τα μπαγκάζια, νερά, τρόφιμα, ρούχα, φαρμακείο, εφεδρικά κουπιά κι ένα μαύρο γυναικείο φόρεμα που βρέθηκε ανάμεσα στα πράγματα του Φώτη, «της γυναίκας μου είναι ρε παιδιά, ούτε που ξέρω πώς βρέθηκε εδώ!». Πριν μπούμε μέσα και ασφαλίσουμε τις ποδιές, τα δυο κλασικά λόγια για την ασφάλεια της πλεύσης. «Πηγαίνουμε όλοι μαζί, δεν αφήνουμε κανέναν πίσω, διατηρούμε οπτική επαφή μεταξύ μας, αν σταματήσει κάποιος σταματάμε όλοι, αν κάποιος νιώσει δυσφορία το λέει αμέσως».

Κάθε φορά που το σκάφος αφήνει τη στεριά και γλιστράει στο νερό, η ίδια ανάλαφρη αίσθηση, σαν να έχει φύγει από πάνω σου όλο το βάρος του κόσμου, σαν να πετάς. Ο καιρός είναι ένα φρέσκο τριάρι στα πρύμα, δευτερόπρυμα και θα μας πάει σφαίρα. Με το που μπαίνουμε όλοι μέσα, ο Σωτήρης με το δανεικό Ντάγκερ φεύγει μπροστά με ένα τρομερό σπριντ. Οι υπόλοιποι μένουν πίσω. Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι για να πηγαίνει αμέσως τόσο γρήγορα, είναι μια χαρά, κούμπωσε άριστα στο σκάφος και πάνω στον ενθουσιασμό του έχει δώσει και λίγα γκάζια παραπάνω. Του φωνάζω, ωστόσο, να κόψει λίγο ταχύτητα, για να συγχρονιστούμε όλοι, αλλά φαίνεται να μην ακούει. Δίνω ροπές για να τον φτάσω. «Σωτήρη, όλα καλά; Κάνε λίγο κράτει, γιατί έχουν μείνει πίσω οι άλλοι, πάμε πιο αργά». «Άγγελε δεν μπορώ να κόψω, το σκάφος είναι πολύ ασταθές, αν σταματήσω θα τουμπάρω».

Η αρχική μου διάγνωση ήταν εσφαλμένη. Συμβαίνει ενίοτε, αν ο κωπηλάτης νιώσει αστάθεια, να κάνει ενστικτωδώς όσο πιο γρήγορο κουπί μπορεί, καθώς κάθε κουπιά αποτελεί συγχρόνως και μία στήριξη, κόντρα στις τάσεις ανατροπής. Πέρα από το θέμα της ευστάθειας, όμως, στην περίπτωσή μας, σύντομα φάνηκε ότι υπήρχε πρόβλημα και με το πηδάλιο, που δυσκόλευε ακόμα περισσότερο το εγχείρημα να κρατηθεί σωστά το σκάφος στον καιρό και στη ρότα. Το καγιάκ άρχισε να μοιάζει με αφηνιασμένο ταύρο σε ροντέο, με τον Σωτήρη να δίνει ηρωικό αγώνα για να κρατηθεί πάνω του. Αφού το κρατούσε για κάμποση ώρα στην ευθεία, ξαφνικά του έφευγε δεξιά και πάνω στη διόρθωση του γύριζε απότομα αριστερά, ενώ συγχρόνως πάλευε και να μην τουμπάρει, όποτε του ερχόταν κάποιο κύμα υπό γωνία. Κάθε τόσο τον πλεύριζα και του έδινα στήριξη, για να περιμένουμε και τους άλλους, όμως από ένα σημείο και μετά, στην περιοχή της Ροδιάς, λίγο πριν την εκβολή του Κερυνίτη, φάνηκε ότι δεν γινόταν να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Αφού κάναμε μια γρήγορη σύσκεψη εν πλω, αποφασίσαμε να γίνει τράμπα των σκαφών και να πάρει ο Σωτήρης το Ατλάντικ του Φώτη, ένα σαφώς πιο προβλέψιμο και φιλικό σκαρί, ενώ ο πιο έμπειρος Φώτης θα αναλάμβανε να δαμάσει το δύστροπο Ντάγκερ.

Η αλλαγή φάνηκε να δουλεύει. Ο Σώτος ένιωσε αμέσως πιο άνετα, ενώ κι ο Φώταρος μπόρεσε να κουμαντάρει το ατίθασο σκαρί, παρότι του απορροφούσε δυσανάλογα πολλή ενέργεια. Ο Γιάννης κι ο Κώστας απροβλημάτιστοι. Η ομάδα είχε βρει τον ρυθμό της και φάνηκε ότι ίσως μπορέσουμε να κάνουμε το κροσάρισμα για Τριζόνια χωρίς προβλήματα. Μόνο αν…  Αν δεν ερχόταν εκείνο το κύμα, λίγο πριν τα Διγελιώτικα, να χτυπήσει τον Σωτήρη στη δεξιά μπάντα, το σκάφος να πάρει κλίση, να χαθούν οι στηρίξεις, με το τουμπάρισμα πλέον αναπόφευκτο και τον φίλο μας να βουτάει στα κρύα νερά του Κορινθιακού. Καθώς τον είχα συνέχεια δίπλα μου, έπιασα γρήγορα το καγιάκ, το σήκωσα λίγο να φύγει το πολύ νερό και το γύρισα για να ξαναμπεί. Σε μισό λεπτό ήταν και πάλι μέσα στο κόκπιτ, ασφαλής, όμως ήταν πλέον αναγκαίο να βγούμε στεριά για να πάρουμε κάποιες αποφάσεις. Κάναμε μισό μίλι ακόμα και βγήκαμε.

 

 

 

 

 

Ο Σωτήρης είχε πάρει ήδη την απόφαση να μη συνεχίσει. Ειδοποίησε τη γυναίκα του να έρθει από Αθήνα να τον πάρει αλλά για κάποιες ώρες θα έπρεπε να περιμένει έξω στο κρύο. Πού να βρεθεί κάνα παραλιακό μαγαζί ανοιχτό, αρχές Μάρτη, να καθίσει μέσα; Κι ενώ μάζευε τα πράγματά του, βλέπουμε με τον Φώτη μια πόρτα ανοιχτή σε ένα σπίτι, λίγα μόλις μέτρα από εκεί που είχαμε βγει. Χτυπήσαμε ελαφρά και μπήκαμε μέσα. Ένα τραπέζι, λίγες καρέκλες κι ένα τζάκι αναμμένο με μια οικογένεια γύρω του, «καλώς τα παιδιά, ελάτε μέσα». Το «σπίτι» ήταν ταβέρνα σε φάση ανακαίνισης, «πήρε φωτιά η κουζίνα πέρσι ρε παιδιά, κάηκε όλο και το φτιάχνω από την αρχή, να είναι έτοιμο για το καλοκαίρι», μας εξήγησε ο πατέρας της οικογένειας. «Και βέβαια ρε παιδιά, τι συζητάτε, φέρτε το παιδί να κάτσει μέσα όσο θέλει, να ζεσταθεί, θα του ετοιμάσουμε και φαΐ, μέχρι να έρθει η γυναίκα του». Γίνονται και θαύματα καμιά φορά.

Παρά την κούραση από τη μάχη και το κολύμπι, ο Σωτήρης χαμογελούσε, κάθε άλλο παρά απογοητευμένος. Μόλις θα παραλάμβανε και το καινούργιο του σκάφος που είχε ήδη παραγγείλει, θα έμπαινε στο παιχνίδι ακόμα πιο δυνατά. Χαιρετηθήκαμε και ετοιμαστήκαμε να ξαναμπούμε στα σκάφη για απέναντι. «Εγώ ρε παιδιά πάντως, δεν θα το περνούσα το μπουγάζι με τέτοιον καιρό, έχει και ρεύματα το στενό, βγάζει και μπουρίνια, προσέχτε ρε παιδιά», μας προειδοποίησε ο θείος απ’ την ταβέρνα. Ήμασταν όμως ήδη μέσα στα κόκπιτ, με την πυξίδα να δείχνει Τριζόνια.

Μέσα είχε λίγο παραπάνω καιρό, ένα σκάρτο 4, όπως το περιμέναμε. Με μια σταθερή ταχύτητα στους 3,5 με 4 κόμβους ανεβοκατεβαίνουμε τη φουσκωμένη θάλασσα με την πλώρη στις 345 μοίρες. Ο καιρός έρχεται μια στα πρύμα, μια στα δευτερόπρυμα και μία στην μπάντα. Πάντα μου αρέσει να παρατηρώ τα σκάφη να ταξιδεύουν. Την πλώρη τους να ανοίγει το κύμα, το απόνερο που αφήνουν πίσω τους, το γλίστρημα της γάστρας, τις γωνίες που παίρνουν. Το βαπορίσιο ταξίδεμα του Κώστα, τις αριστοτεχνικές στηρίξεις του Γιάννη και το γέλιο του κάθε φορά που ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού, την ήρεμη πλεύση του Φώτη. Τα φωτεινά χρώματα των σκαφών λάμπουν μέσα στη μουντάδα και καθώς προσεγγίζουμε στο νησί, μια μικρή χαραμάδα γαλανού ουρανού ανοίγει ανάμεσα στις αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου. Τα 6 μίλια του μπουγαζιού φεύγουνε γρήγορα. Μπροστά μας το νησί, καταπράσινο και πανέμορφο.

Βγαίνουμε στον μικρό γιαλό δίπλα στον Αη Γιώργη και πρώτος μας καλωσορίζει ο ιερέας του νησιού, πατήρ Χρήστος. Μαζεύουμε τα πράγματα, συγυρίζουμε τα σκάφη και περπατάμε για το ξενοδοχείο μας, ούτε δυο λεπτά δρόμος από την παραλία. Σε αυτό το κατάλυμα, τον Ίασμο, είχα μείνει και το ‘14, στα 1000 μίλια, όταν είχα πρωτοέρθει σε επαφή με το νησί, και από τότε με είχε εντυπωσιάσει με το μεράκι, τη λεπτομέρεια και την ομορφιά του, αλλά και με την καλοσύνη των ανθρώπων του. Ήταν όπως το θυμόμουν. Αφού απλώσαμε τα βρεγμένα και βάλαμε το κορμί να χαλαρώσει κάτω από το ζεστό νερό, καταλήξαμε στεγνοί και σένιοι στην ταβέρνα του νησιού που ήταν ανοιχτή. Λίγο πριν πέσει το φως, ένα εκθαμβωτικό πανόραμα χρωμάτων πλημμυρίζει τον ουρανό. Στην ταβέρνα δεν είμαστε μόνοι, έχει ζωή. Άλλωστε στο νησί κατοικούν μόνιμα όλο το χρόνο 30-40 άνθρωποι, κυρίως συνταξιούχοι.

 

 

 

 

 

Το επόμενο πρωί, έξω ήταν ένας άλλος κόσμος. Ένας ουρανός καταγάλανος με έναν ήλιο δυνατό να σκορπίζει ζέστη και φως. Πήραμε πρωινό και πήγαμε στον Αη Γιώργη, που έκανε πρωινή λειτουργία ο πατήρ Χρήστος. Λίγο μετά, αποχαιρετήσαμε την Ιουλία, την ευγενική μας οικοδέσποινα και ξανά μέσα στα σκάφη για την επιστροφή. Η θάλασσα κάλμα. Κάνουμε μια μικρή στάση στον Αη Γιάννη, το διπλανό νησάκι με τη λιμνοθάλασσα και τα κίτρινα λουλούδια, άλλη μία στο παραδίπλα, το Πρασούδι κι από ‘κει καρφί για απέναντι. Πιάνοντας Πελοπόννησο, μπορούμε τώρα να παρατηρήσουμε ήρεμα τη στεριά. Τα δέντρα που φυτρώνουν μέσα από τη θάλασσα, σχεδόν. Τα θλιβερά ερείπια, απομεινάρια της «τουριστικής ανάπτυξης» του ’70 και του ’80. Τις χιονισμένες κορυφές του Χελμού.

Δίπλα απ’ το λιμανάκι του Διακοφτού, στον ντόκο, δυο-τρεις πιτσιρικάδες παίζουν με μια μπάλα, η οποία από μια άτσαλη κλωτσιά δραπετεύει και πέφτει στη θάλασσα, πάνω στη ρότα του Φώτη. Τη μαζεύει και τους την πετάει. Το ταξίδι τελειώνει. Η γαλήνη που απλώνεται στην ψυχή σφραγίζει για μία ακόμη φορά την αλήθεια. Μία αλήθεια που όλοι όσοι έχουν δοκιμάσει να χαράξουν ελεύθερους δρόμους γνωρίζουν. Η περιπέτεια σώζει.

 


“Never regret. If it’s good, it’s wonderful. If it’s bad, it’s experience”  Victoria Holt

Σωτήρης Δερλός

 

 

 

 

 

 

Είχα από την πρώτη στιγμή αποφασίσει να συμμετέχω στην κωπηλατική εκδρομή που οργάνωνε ο Άγγελος στα Τριζόνια. Η λογική έλεγε να πάρω το ανοιχτό τριγιάκ μου και να πάω από τη Φωκίδα. Η πρόταση του Άγγελου, να τον ακολουθήσω με δανεικό sea-kayak από τον Νότο και να διασχίσω τον Κορινθιακό, χωρίς να έχω καμία, ουσιαστικά, προηγούμενη εμπειρία με κλειστά καγιάκ ανοιχτής θαλάσσης, με εξίταρε. Κόντρα λοιπόν στην κοινή λογική, αποφασίζω να πάω σε αυτό το ραντεβού στα τυφλά.

Ο καιρός όλη την βδομάδα είναι άστατος και το πρωινό του Σαββάτου είναι συννεφιασμένο και υγρό με τη «Γαλάτεια» παρούσα. Ξεκινάμε το πρώτο τμήμα της διαδρομής από το Διακοπτό στο Αίγιο. Μπαίνω στο καγιάκ του Αλέξη, ένα ιδιαίτερα ευέλικτο σκαφάκι, για να μην πω ατίθασο, που στρίβει δεξιά – αριστερά απότομα, και πρέπει για πρώτη φορά να ισορροπήσω, να οδηγήσω με πηδάλιο, να κρατάω την ευθεία, να μην ανατραπώ. Για να τα καταφέρω κωπηλατώ νευρικά και ακατάπαυστα, αναπτύσσω ταχύτητα και απομακρύνομαι από την ομάδα. Σύντομα από την ένταση το κορμί μου αρχίζει να πονάει, νιώθω τα πόδια μου μουδιασμένα, τα χέρια μου κουρασμένα, επιπλέον με πιάνει και η ζαλάδα της θάλασσας, παιδικό κουσούρι αυτό.

 

Κάπου στη μέση της διαδρομής αλλάζω σκαφάκι με τον Φώτη, που ευγενικά μου παραχωρεί το δικό του. Πιο σταθερό, αλλά ήδη έχω πάρει την απόφασή μου να μην συνεχίσω στο δεύτερο τμήμα της διαδρομής, να μην περάσω απέναντι. Λίγο πιο κάτω, μέσα σε καφετιά νερά, έρχεται και το αναπόφευκτο, το πρώτο μου wet exit. Μέσα στο νερό ευτυχώς λειτουργώ αστραπιαία, βγάζω την ποδιά και γλιστράω στην επιφάνεια. Με τη βοήθεια του Άγγελου ξαναμπαίνω στο καγιάκ. Νιώθω ανακουφισμένος, η πτώση μου είναι ταυτόχρονα και η απόδειξη ότι ναι, μπορώ και βγαίνω από ένα κλειστό σκάφος!

Σε λίγο στην παραλία, βρίσκουμε μια ταβέρνα που ανακαινίζεται, με τους φιλόξενους ιδιοκτήτες. Στη ζέστη του αναμμένου τζακιού στεγνώνω και μπορώ να κάνω τον απολογισμό μου. Δεν ήταν υπέροχα, ίσως αν ήξερα εκ των προτέρων τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζα να μην το αποφάσιζα, αλλά να που ήδη ανυπομονώ για την επόμενη φορά, να που ήδη σκέφτομαι όλα τα υπέροχα μίλια που με περιμένουν. Ήταν μια μέρα ξεχωριστή που θα θυμάμαι και θα εξιστορώ και αυτό είναι το πολύ σημαντικό, γιατί αυτά μένουν. Ναι, τελικά δεν το μετάνιωσα, και σύντομα, πολύ σύντομα, θα πάω στα Τριζόνια κροσάροντας τον Κορινθιακό.

 


Η βροχούλα

Γιάννης Παπαπαναγιώτου

 

 

 

 

 

 

Έξι το πρωί, ο δρόμος σκοτεινός. Φορτώνουμε τα καγιάκ. Βρέχει. Με το φως της μέρας η ομάδα μας ταξιδεύει. Βρέχει ακόμα.

Στο Διακοφτό ετοιμάζουμε βιαστικά τα σκάφη και ξεκινάμε το κουπί. Βρέχει. Μια σοροκάδα με άγριες διαθέσεις μας παίρνει στο κατόπι. Ο Σωτήρης παιδεύεται με το δανεικό σκάφος. Μετά από ώρα ανατρέπεται. Μας διώχνει και γυρίζει πίσω. Δεν θέλει να μας φρενάρει. Ήρθε η ώρα για το πέρασμα. Ο καιρός έχει φορτώσει μα η βροχή σταμάτησε. Σκεπτικισμός.

Τι θα ‘χουμε να κουβεντιάζουμε στην ταβέρνα αν δεν συνεχίσουμε; Αυτή η κουβέντα του Άγγελου μας βάζει στα σκάφη.

Δευτερόπρυμα με φόρα και μπαίνουμε στο κανάλι. Ο Κορινθιακός ενοχλείται από την παρουσία μας και φορτώνει τον Σορόκο. Πρωτόγνωρες συνθήκες για μένα. Οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Μετράω το μπόι των κυμάτων. Σεβασμός και παιχνίδι σε τέλεια ισορροπία. Ο Άγγελος δίπλα μας ψυχικός σύμμαχος με την παροιμιώδη ηρεμία του.

Μετά από δύο ώρες τα Τριζόνια μας υποδέχονται. Μπαίνουμε στον βορεινό κόλπο.

 

 

 

 

 

Η γαλήνη του, τελευταίες νότες απ’ την καταιγίδα του Vivaldi. Πατάμε στο νησί.

Μια μοναστηριακή φιγούρα μας καλωσορίζει. Ο γέροντας παπάς του χωριού αγιάζει τα σκάφη. Αθάνατη Ελλάδα.

Βγαίνουμε απ’ τα δωμάτια για φαγητό στην ταβέρνα. Ο ήλιος που κρυβόταν όλη μέρα, μας χαιρετά πλαγιάζοντας στη δύση. Δεν χάνει την ευκαιρία να στήσει μια παλέτα χρωμάτων στα σύννεφα και στις πλαγιές.

Η ανταμοιβή της τόλμης πλούσια σε εικόνες συνεχίζει την επόμενη μέρα με ήλιο και γαλήνη.

Με γεμάτη ψυχή από εμπειρίες είμαστε στο δρόμο του γυρισμού με βιάση να τα διηγηθούμε στους δικούς μας ανθρώπους. Να προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε αυτά που μόνο ο νους όσων συμμετείχαν μπορεί να νοιώσει.

Σκέψου να κάναμε πίσω για λίγη βροχούλα.

 


Μέχρι το επόμενο

Κωνσταντίνος Ντιλιακός

 

 

 

 

 

 

 

Ελλάδα και θάλασσα. Δύο λέξεις σχεδόν ταυτόσημες για τους περισσότερους από εμάς. Με ακτογραμμή περίπου 16.000 χλμ. η πρόκληση για εξερεύνηση των δαντελωτών ακτών και νησιών είναι ακαταμάχητη. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα πλωτό μέσο, κάτι που θα δίνει τη δυνατότητα της «χαρτογράφησης» σχεδόν κάθε ακτής, σπιθαμή προς σπιθαμή, κάτι που να μη θυσιάζει τη λεπτομέρεια στο βωμό της ταχύτητας, κάτι που η επαφή με το νερό να είναι άμεση. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα καγιάκ.

 

 

 

 

 

Άρωμα Ελλάδας, λοιπόν, το  διήμερο expedition με καγιάκ στα Τριζόνια Φωκίδας. Αφετηρία Σάββατο πρωί από Διακοπτό με βροχή και με μέτρια προγνωστικά μέχρι το Σάββατο μεσημέρι. Έπειτα από αρκετή ώρα κουπί και ένα σχετικά απαιτητικό crossing του Κορινθιακού, πιάσαμε λιμάνι στο νησί νωρίς το απόγευμα.

Κυριακή πρωί μας περίμενε μια πραγματικά εκπληκτική μέρα, ηλιόλουστη και γαλήνια. Με διάθεση για εξερεύνηση κωπηλατήσαμε προς τα μικρότερα νησάκια, Αγ. Ιωάννη και Πρασούδι, και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Η ανάμνηση της φύσης, της αλμύρας και της καλής παρέας θα μας «κρατάει» μέχρι το επόμενο expedition.

 


 Ταξίδι συναισθημάτων

Φώτης Θωμάς

 

 

 

 

 

 

Μετά από δύο χρόνια ενασχόλησής μου με το θαλάσσιο καγιάκ έζησα την πρώτη μου εμπειρία ενός μικρού expedition στον Κορινθιακό κόλπο. Τα μίλια που διανύσαμε ίσως να μην ήταν τόσα πολλά αλλά τα συναισθήματα που νοιώσαμε σίγουρα ήταν πολύ περισσότερα.

Η αφετηρία μας ήταν το Διακοφτό όπου με κατεύθυνση δυτικά και κωπηλατώντας κοντά στην ακτογραμμή φτάσαμε λίγο πριν το Αίγιο. Εκεί και μετά από μία μικρή στάση αποφασίσαμε να κάνουμε το κροσάρισμα για Τριζόνια. Το κομμάτι αυτό του ταξιδιού ήταν και το πιο δύσκολο αφού ο καιρός δεν μας συμπεριφέρθηκε και πολύ φιλικά σε αυτή τη φάση. Με σύμμαχο τη συντροφικότητα κωπηλατούσαμε σταθερά διατηρώντας την οπτική επαφή μεταξύ μας.

Μετά από 6-7 μίλια και δύο ώρες κοπιαστικής προσπάθειας, το καταπράσινο νησάκι των Τριζονιών μας υποδέχθηκε με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα.

Το βράδυ επισκεφτήκαμε το μοναδικό ταβερνάκι που λειτουργούσε στο λιμάνι κάνοντας τον απολογισμό της ημέρας.

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε μια λαμπρή καλοκαιρινή ημέρα, όπου πήραμε το δρόμο της επιστροφής με εντελώς διαφορετικές συνθήκες από την προηγούμενη. Συναντήσαμε κωπηλατώντας τα πανέμορφα νησάκια Άγιος Ιωάννης και Πρασούδι, περάσαμε απέναντι στη Τεμένη και μετά καταλήξαμε στο Διακοφτό όπου ήταν και το τέλος τού μικρού μας ταξιδιού.

Ενός ταξιδιού που μοιραστήκαμε υπέροχες στιγμές και που μας έφερε πιο κοντά.

Ενός ταξιδιού που φορτίσαμε τις μπαταρίες μας και νοιώσαμε έντονα τα συναισθήματα της συντροφικότητας και της πληρότητας. Ενός ταξιδιού που η ίδια η φύση μας προσέφερε απλόχερα την επιβράβευση που μας άξιζε.

Θέλω να ευχαριστήσω τους φίλους και συνοδοιπόρους μου σε αυτή την υπέροχη απόδραση, τον Άγγελο, τον Κώστα, τον Γιάννη και τον Σωτήρη, και να τους πω ότι ανυπομονώ για την επόμενη εξόρμησή μας.


Διαβάστε ακόμη: