Ονειρικές στιγμές ενός ταξιδιού

Γιάννης Παπαπαναγιώτου

 

 

 

 

 

 

 

Το παλιό FIAT στέκεται αδιάφορο στην άκρη της παραλίας μιας και το καγιάκ που κουβαλούσε, τώρα πλατσουρίζει την πλώρη του, περιμένοντας για μια ακόμη βόλτα. Δίπλα μερικές ομπρέλες σκιάζουν οικογένειες, με τα πιτσιρίκια τους που ανακατεύουν την παραλία, πασαλειμμένα με το ζουμί προστασίας από τον ήλιο που με δυσκολία δέχτηκαν να απλωθεί πάνω τους. Οι άντρες με κλεφτή ματιά χαζεύουν ζηλεύοντας το δικαίωμά μου να ξεφύγω με το θαλάσσιο παιχνίδι μου ενώ οι γυναίκες τους αδιαφορούν πλήρως για το θέαμα του περιθωριακού που δεν έχει ίχνος ερωτεύσιμου στην εμφάνισή του και συνεχίζουν την ενασχόληση με το γόνο της οικογένειας.

Φορτώνω αργά την σκηνή, τον υπνόσακο και όλα τα απαραίτητα για τη διανυκτέρευση εφόδια. Με τα έντονα χρώματα του μεσημεριανού ήλιου, μπαίνω στο καγιάκ και σέρνω την γάστρα απ΄την αμμουδιά μέχρι που η γνωστή αίσθηση της υδάτινης αιώρησης δίνει το παρών και ακολουθείται από τις πρώτες ήρεμες κουπιές.

 

Βγαίνω από τον κόλπο και οι τσιρίδες των μικρών, που με λύσσα και ένα φτυαράκι αλλοιώνουν το ανάγλυφο της παραλίας, σταδιακά χάνονται. Πίσω από το λόφο ο αέρας καβαλάει την κορφή και στέλνει μικρά κυματάκια που με προσπερνούν σαν παιδάκια που με τη βιάση της νιότης πασχίζουν να μεγαλώσουν. Εκεί στ΄ανοιχτά θα σηκώσουνε μπόι για να επηρεάσουν την τύχη των θαλασσινών με τη δύναμή τους.

Όπως η ζωή μας η ίδια πορεύονται μέχρι να μικρύνουν και να σβήσουν σε μια παραλία.

Άλλες φορές πάλι η τύχη τους θα σταματήσει βίαια σε κάποια κάθετη βραχάδα. Μια τύχη που δεν την ξέρουν ούτε την ξέρουμε μέχρι να συμβεί. Καβατζάρω το δυτικό κάβο και θα ανοιχτώ για ένα κροσάρισμα μέχρι το απέναντι νησί για μια στάση ξεκούρασης. Στ΄ανοιχτά ένας φρέσκος μαΐστρος ανακατεύει για τα καλά τη θάλασσα. Επιτίθεται στη γάστρα μου βρίσκοντας την στη μπάντα, ζυγίζοντάς την για εύκολη λεία. Αρχίζει το παιχνίδι των ισορροπιών και το κουπί σύμμαχος γερός ακυρώνει τα δόλια σχέδιά του. Παιχνίδι που μοιάζει με την ζωή την ίδια όταν μετά από την ανεμελιά θα μπεις στα βάσανα. Άραγε γιατί να υπάρχει αυτή η έκφραση «θα μπεις στα βάσανα»; Γιατί η οικογένεια, η εργασία, τα παιδιά, η επικοινωνία με τον συνάνθρωπο να λέγονται βάσανα;

Τι έχουμε κάνει λάθος;

Τώρα το κύμα σπάει την κορφή του με θόρυβο πάνω στο ντεκ, θαρρείς πως πάει να με τρομάξει γιατί πήρα λίγο χρόνο για σκέψη. Κοιτάω δεξιά κι η θάλασσα γαλάζιος στρατός από μαχητές με άσπρα κράνη ανεβοκατεβάζει την γάστρα χωρίς τελειωμό. Έχω πάνω από μια ώρα με ατελείωτο παιχνίδι και χωρίς να το καταλάβω φάνηκε  ο απάγκιος κόλπος του νησιού. Χαζεύω τα γαληνεμένα νερά του μικρού κόλπου κάνοντας μια δροσιστική βουτιά. Τα μάτια κολλούν πάλι στο καγιάκ που ξαποσταίνει μπροστά μου, γερμένο ελαφρά στο πλάι. Αυτό το άψυχο κατασκεύασμα από συνθετικά υλικά προσφέρει τόση ζωή. Αυτό που για τον κόσμο είναι ένα «κανό» για μένα είναι αποθήκη αναμνήσεων, εικόνων, χρωμάτων. Κι ύστερα είναι κι αυτές οι όμορφες καμπύλες της γάστρας που απ΄τη μια τελειώνουν αγέρωχα στην πλώρη κι απ την άλλη σβήνουν γλυκά στην πρύμνη. Πώς ν’ αρνηθεί η θάλασσα το αθόρυβο γλίστρημα αυτής της καλλονής;

Ίδιο με την άλλη πλευρά της ζωής, με τη ζεστασιά της οικογένειας και τις όμορφες στιγμές το γαλήνιο λιμανάκι αντίθετο με τα βάσανα. Πώς όμως συνυπάρχουν; Καλύπτω ήδη το δεύτερο μπράτσο της διαδρομής μα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο καιρός έχει σηκώσει το ανάστημα που πρέπει με το πέρασμα της ώρας, και πιέζει απ΄τα πρύμα το σκάφος να τρέξει μιας κι η πορεία μου πια είναι νοτιοανατολική. Το φρέσκο κύμα γοργό και γυρτό, με παρασέρνει, να με στείλει στο βυθό, να εκδικηθεί την έπαρσή μου που το αμφισβητώ, μα η πλώρη μου ξαφνιασμένη αφού βυθιστεί μέσα στη βράση του, αγέρωχη στήνει τη ρότα της πάλι ψηλά έξω από το νερό μέχρι να παλέψει το επόμενο, το διαφορετικό και μια καινούρια μάχη να ξεκινήσει που την ψυχή μου δοκιμάζει μέχρι να νικήσει ξανά, μέχρι να γίνει ένα με την αέναη κίνησή του.

Είναι κατάσταση χωρίς εύκολο κουμάντο κι ο φόβος συναντά το υπέροχο αίσθημα της πάλης.

 

Εκεί είναι που απορείς με τον ανθρώπινο νου, πώς γίνεται να αρέσκεται σε τέτοιες δοκιμασίες. Μήπως με τον ίδιο τρόπο που παλεύει τα βάσανα; Βγαίνοντας απ τη μάχη αλώβητος χαράζω δυτική πορεία για τον τελικό προορισμό. Εδώ η στεριά προστατεύει απ’ τα ντέρτια του καιρού που πέφτει μαζί με τη λήξη της μέρας. Το χρυσαφένιο αποτύπωμα του ήλιου στο νωχελικό κύμα μοχθεί να μου ορίσει τη ρότα μου, να με πάρει κοντά εκεί που θα γείρει πίσω από τον ορίζοντα. Κουρασμένος και μαγεμένος ακολουθώ το αστραφτερό μονοπάτι που δεν έχει τέλος και παλεύω να στρίψω προς το νησί, προτού το σκοτάδι θολώσει τη πλώρη μου και χαθεί  το κολπάκι.

Είμαι στη στεριά.

Δεν θέλω να κοιμηθώ μα τα βλέφαρα λυγάνε και η σκηνή φωτισμένη απ τη φεγγαράδα φωνάζει να ξεκουράσω το κορμί μου. Μα πώς ν΄αφήσω αυτό που ξεδιπλώνεται μπροστά μου; Ο κόσμος μου για απόψε είναι ένας μικρός γιαλός, μερικά δέντρα, μερικά βράχια και μια ασημένια ρίγα στην ήρεμη θάλασσα. Μακριά από ανθρώπους, όπου άλλους θα ήθελα δίπλα μου να μοιραστούν τη ζεστή βραδιά γιατί είναι το λιμανάκι της ζωής μου. Και άλλους που παλεύω να βγάλω από την σκέψη μου γιατί είναι τα βάσανα. Βλέπεις, δυστυχώς υπάρχουν κι αυτοί που η φτώχια τους δεν τους αφήνει να χαρούν τίποτε πέρα απ΄τα λεφτά τους. Κάνω προσπάθεια να διώξω απ’ το νου τις μολυσμένες σκέψεις της καθημερινότητας, τις άδικες δυσκολίες της ζωής που το συμφέρον τις γιγαντώνει.

Δεν είναι εύκολο να αφεθείς στη μαγική συνεδρία που σου προσφέρει η φύση.

 

Είναι τέσσερις το πρωί και μεσ’ στη θολούρα μου δεν καταλαβαίνω αν η γαλήνη ή η κούραση με άφησαν κοιμισμένο στα βότσαλα. Η υγρασία μου τρυπά την πλάτη, ανοίγω τα μάτια. Πάλι η γυναίκα μου έχει τραβήξει όλο το πάπλωμα στη μεριά της.

Κοιτάζω το ρολόι, απομένουν τρεις ώρες μέχρι να σηκωθώ για τη δουλειά. Ας συνεχίσω τον ύπνο μου αλλά άντε να πετύχεις ξανά τέτοιο όνειρο.


Διαβάστε ακόμη: