Περίπλους Νάξου και Μικρών Κυκλάδων

Η 13η συναπτή αποστολή μας εξέπεμψε μήνυμα για την προστασία των θαλασσών, όπως και όλες οι προηγούμενες από το 2019 και μετά. Ο γύρος της Νάξου και μέρους των Μικρών Κυκλάδων, θα ήταν ένας εύκολος και γρήγορος περίπλους, 60 ναυτικά μίλια σύνολο, που θα έβγαινε άνετα μέσα σε τρεις μέρες. Στη θάλασσα, όμως, και ειδικά στο Αιγαίο, ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

Δρ Άγγελος Χριστοφίδης

Το φετινό εξπεντίσιον το είχα στο μυαλό μου σαν ένα όμορφο και ξεκούραστο tour. 60 ναυτικά μίλια στο χαλαρό μέσα σε 3 μέρες, με πλεύσεις των 20 μιλίων ημερησίως, που θα άφηναν χρόνο για περιήγηση, μέσα και έξω από το νερό. Το είχαμε ανάγκη να το πάμε φέτος λίγο πιο άνετα, χωρίς την πίεση των μεγάλων εξπεντίσιον. Να κάνουμε μερικές στάσεις παραπάνω, να μπούμε μέσα στους κολπίσκους, να περπατήσουμε στις παραλίες, να κάνουμε καμιά μικρή βόλτα στην ενδοχώρα. Η Νάξος έμοιαζε η ιδανική περίπτωση. Μεγάλη και ωραία ακτογραμμή με άπειρες πανέμορφες αμμουδιές, μερικά υποβλητικά, βραχώδη κομμάτια στο βόρειο άκρο της συν το πέρασμα στις Μικρές Κυκλάδες, Ηρακλειά, Σχοινούσα, Κουφονήσια, αυτά τα μικρά διαμάντια που αποτελούν τη φυσική της συνέχεια.

Από τη Νάξο και τις Μικρές Κυκλάδες είχα περάσει με το καγιάκ δυο φορές, τα προηγούμενα χρόνια. Την πρώτη το 2011 με ρότα για Κρήτη και τη δεύτερη το 2014 στα 1000 μίλια. Και από τις δυο φορές είχα τις καλύτερες αναμνήσεις. Είχα κάνει και μια φιλία. Με τον Αντώνη Μανιό, δάσκαλο από το Φιλότι, που σε κάθε αποστολή ήταν εκεί, σε κατάπλου και απόπλου, να προσφέρει την καλύτερη φιλοξενία. Στην αποστολή θα ήμασταν οι τέσσερις της ομάδας που κάναμε πέρσι (2022) και το Ικαρία – Ρόδος, Ανδρέας, Αντώνης, Κώστας κι εγώ. Έλαβα όμως και ένα απρόσμενο μήνυμα από έναν φίλο της ομάδας από τη Σύρο, τον Ευγένιο Γκλάιτς, ο οποίος εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να έρθει μαζί μας στον περίπλου.

Γενικός κανόνας είναι ότι στις αποστολές μας παίρνουν μέρος μονάχα κωπηλάτες της ομάδας και ο λόγος είναι απλός. Τα μέλη της αποστολής πρέπει να γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και να έχουν δουλέψει μαζί στις προπονήσεις, για να μπορούν να αποδώσουν σαν ένα ενιαίο, σφιχτοδεμένο σύνολο στο εξπεντίσιον. Οπότε, εξαρχής ήμασταν επιφυλακτικοί σε μια «εξωτερική» συμμετοχή. Ακόμα μεγαλύτερη επιφύλαξη δημιουργούσε το γεγονός ότι ο Ευγένιος θα ερχόταν με ένα surfski. Τα surfski μπορεί να δουλεύουν ωραία στο downwind αλλά πώς θα ανταποκρινόταν ένα τέτοιο σκαρί στις ανάγκες ενός εξπεντίσιον; Πού θα έβαζε τις αποσκευές; Πώς θα κάναμε διάσωση, αν χρειαζόταν; Πώς θα πήγαινε στα όρτσα; Σίγουρα, ήταν ένας δυνατός και αθλητικός κωπηλάτης, αλλά τα εξπεντίσιον έχουν κι άλλες απαιτήσεις.

Πριν πούμε το «ναι», είπαμε στον Ευγένιο να ξεκινήσει δοκιμές στην πράξη. Να φορτώσει το surfski και να βγει με καιρό, κάνοντας και ασκήσεις σε πιθανά σενάρια. Μετά από κάθε δοκιμή να μας έστελνε κι ένα ραπόρτο για το πώς πήγε. Στο τέλος της περιόδου δοκιμών, θα ήξερε και ο ίδιος αν μπορεί να συμμετάσχει με ασφάλεια. Πράγματι, ο Ευγένιος ξεκίνησε να δουλεύει γύρω από τη Σύρο και μετά από κάθε πλεύση μας ενημέρωνε. Φαινόταν ότι τα πράγματα έβαιναν καλώς. Βρήκε κι ένα τρόπο να στερεώσει ένα σακίδιο με τα λιγοστά του πράγματα στο πίσω ντεκ του ski. Λίγα ρούχα και μερικές συσκευές. Στο τέλος της περιόδου δοκιμών ένιωθε αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του εξπεντίσιον. Οπότε, τον εντάξαμε στο team.

Λίγες εβδομάδες πριν τον απόπλου, μία σειρά απρόσμενων επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, έθεσε τους Κώστα, Ανδρέα και Αντώνη δυστυχώς εκτός αποστολής. Οπότε, από εκεί που θα ήμασταν πέντε, μείναμε ξαφνικά μόνο δύο, ο Ευγένιος κι εγώ. Συμβαίνουν όμως κι αυτά, ειδικά έτσι όπως έχει γίνει η ζωή μας, με ένα διαρκές τρέξιμο και ένα σωρό υποχρεώσεις που δεν έχουν τελειωμό. Είναι όμως το εξπεντίσιον με το καγιάκ και μία ψυχοθεραπευτική φυγή από τα συνηθισμένα, ακόμα και για εμάς που ζούμε τη θάλασσα όλο τον χρόνο. Είναι σαν να ανοίγεις μια κρυφή πόρτα που σε βγάζει σε έναν εντελώς άλλο κόσμο. Το περιμένεις όλο τον χρόνο. Το ζεις, για λίγες έστω μέρες και μετά το ξαναζείς για χρόνια, μέσα από τις φωτογραφίες, τα κείμενα, τις αφηγήσεις και τις αναμνήσεις.

“Παρακολουθώ τον Ευγένιο με το surfski. Δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα αλλά το σκάφος του φαίνεται κάπως νευρικό, γεγονός που τον υποχρεώνει σε μερικές κοφτές στηρίξεις, κάθε τόσο.”

Ημέρα 1η

6 Ιουνίου 2023, κατά τη 1 το μεσημέρι, είμαστε με τον Ευγένιο στο λιμάνι της Χώρας της Νάξου, έτοιμοι να φορτώσουμε τα σκάφη για τον απόπλου. Να κι ο Αντώνης Μανιός, τον είδα να έρχεται από μακριά, χαμογελαστός όπως πάντα. Μετά από λίγο ήρθαν να μας χαιρετήσουν και δυο νέοι φίλοι, η Χριστίνα Κουρή και ο Μανόλης Λουδάρος, με τους οποίους μας συνδέει η κοινή αγάπη για το καγιάκ. Ο αέρας είχε ήδη φρεσκάρει, ένα τεσσάρι καθαρός Βοριάς. Στο λιμάνι γίνεται το σώσε από κίνηση. Το ένα πλοίο πίσω από το άλλο. Καθελκύσαμε τα σκάφη από μια μικρή γλίστρα του ντόκου, μπήκαμε μέσα, χαιρετήσαμε τα παιδιά και αφήσαμε την Πορτάρα πίσω μας. Από το λιμάνι, βάλαμε ρότα για τον πρώτο κάβο, στα περίπου 2 μίλια, στη Στελίδα, το δυτικότερο άκρο της Νάξου.

Παρακολουθώ τον Ευγένιο με το surfski. Δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα αλλά το σκάφος του φαίνεται κάπως νευρικό, γεγονός που τον υποχρεώνει σε μερικές κοφτές στηρίξεις, κάθε τόσο. Ακόμα τα νερά είναι σχετικά στρωτά, το σχήμα του νησιού κόβει προς το παρόν τον καιρό, αλλά όσο προσεγγίζουμε τον κάβο τόσο μεγαλώνει ο κυματισμός και έρχεται από την μπάντα. Λίγο πριν τη νησίδα Τούρλος, ένα κύμα χτυπάει τον Ευγένιο στο πλευρό και τον ανατρέπει. Μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκα. Δεν ήταν ο καιρός τόσο άσχημος, που να μπορεί να ανατρέψει το surfski τόσο εύκολα, θεωρητικά, αλλά να που συνέβη και μάλιστα πριν καν καλά καλά συμπληρώσουμε δυο ναυτικά μίλια.

Ο Ευγένιος έδωσε ένα γερό σάλτο με τα πόδια και ξανακάθισε στο σκάφος του. Η εμπειρία λέει ότι αν ένας κωπηλάτης ανατραπεί μία φορά σε δεδομένες συνθήκες, ακόμα κι αν καταφέρει να ξαναμπεί στο σκάφος του, το πιθανότερο είναι ότι πολύ σύντομα θα τουμπάρει εκ νέου. Οπότε ήμουν πλέον σε εγρήγορση. Σε πρώτη φάση αυτό που προείχε ήταν να απομακρυνθούμε από τα βράχια. Είπα στον Ευγένιο να βάλει το σκάφος στα όρτσα, να ανοιχτούμε κάμποσα μέτρα και μετά σιγά σιγά να το στρίψει και να το ξαναβάλει στα πρύμα. Και με τον καιρό κατάπρυμα πλέον, όπου το surfski είναι και στο στοιχείο του, να περάσουμε ανάμεσα από τον κάβο και το νησάκι. Από εκεί και μετά θα είχαμε καθαρό χώρο να κατέβουμε άνετα μέχρι Ηρακλειά. Συν ότι ο καιρός θα έσπαγε τις επόμενες ώρες.

Η πρώτη φάση του σχεδίου δούλεψε. Βάλαμε τα σκάφη στα όρτσα και απομακρυνθήκαμε από τα βράχια. Καθώς όμως αρχίσαμε να στρίβουμε, για να ξαναμπούμε σε ορθή ρότα, ο Ευγένιος τούμπαρε και πάλι. Από εκεί και μετά τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Προσπάθησε πάνω από 15 φορές να ξανασταθεί πάνω στο ντεκ αλλά ήταν αδύνατο να ισορροπήσει. Όσο εκείνος πάλευε, τόσο εγώ επεξεργαζόμουν διάφορα σενάρια. Έπρεπε να δράσω άμεσα, γιατί ο καιρός θα τον πέταγε στα βράχια. Είπα στον Ευγένιο να σταματήσει τις προσπάθειες επανεισόδου. Δεν είχε νόημα πλέον. Έπιασα το surfski και το έδεσα από την πλώρη του με το σκοινί ρυμούλκησης, λέγοντάς του να κρατηθεί καλά από την πρύμη του. Υπολόγισα ότι η πρώτη παραλία, λίγα μέτρα από τη νησίδα Γόπα, ήταν στο ένα μίλι περίπου. Οπότε, με τη βοήθεια και του καιρού που θα τον είχαμε πλέον στα πρύμα, θα καβατζάραμε σχετικά γρήγορα. Ξεκίνησα τη ρυμούλκηση. Η αντίσταση ήταν μεγάλη, μιας κι ο Ευγένιος ήταν όλος μέσα στο νερό. Το σκοινί κάθε τόσο κάργαρε απότομα κι έδινε δυνατά τραντάγματα στη μέση μου. Το Rebel, από την άλλη, για μία ακόμη φορά έδινε τα ρέστα του, με απόλυτη σταθερότητα, ευελιξία και αυτή τη γνωστή πλέον μονοκόμματη αίσθηση. Μετά από 25-30’ καταφέραμε και βγήκαμε έξω ασφαλείς και σώσαμε και το ski.

Ο Ευγένιος έκατσε στον ήλιο να ζεσταθεί. Τι είχε φταίξει; Φαίνεται ότι το surfski αποσυντονίστηκε με τον καιρό στην μπάντα και το αντιμάμαλο αλλά από ένα σημείο και μετά οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο και το ψήλωμα του κέντρου βάρους από το σακίδιο στο πίσω ντεκ. Ειδικά από τη στιγμή που το σακίδιο πήρε και νερά, ήταν πλέον αδύνατο για το σκάφος να σταθεροποιηθεί. Συμφωνήσαμε με τον Ευγένιο ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μη συνεχίσει, μετά από αυτό το περιστατικό. Να κάτσει να ξεκουραστεί και θα τα λέγαμε τις επόμενες μέρες, σε έναν από τους επόμενους σταθμούς, όπου θα μπορούσε να έρθει να με βρει με το αμάξι. Του έκανα λίγη παρέα και μετά ξαναμπήκα στο σκάφος να συνεχίσω. Η ώρα είχε πάει ήδη 4 που σήμαινε ότι οριακά θα προλάβαινα για Ηρακλειά, με το τελευταίο φως της μέρας.

Κωπηλατώ πλέον μόνος. Έχοντας χάσει πάνω από μία ώρα, από το συμβάν, έπρεπε να βιαστώ. Πιάνω ένα σταθερό ρυθμό λίγο πάνω από τους 4 κόμβους κι αρχίζω να κατεβαίνω νότια-νοτιοανατολικά, με ρότα στις 160 με 150 μοίρες. Ο καιρός έχει σπάσει. Θα ήθελα να έχω χρόνο να μπω μέσα στους μεγάλους κόλπους της δυτικής κόστας. Να περάσω από Άγιο Προκόπιο, Αγία Άννα, Πλάκα, Καστράκι, Πυργάκι. Να κάνω μία στάση στο εκκλησάκι του Αγίου Σώζοντα, του προστάτη των ναυτικών. Όμως, ο χρόνος ήταν αδυσώπητος. Τις επόμενες δύο μέρες η πρόγνωση έδινε τον Βοριά στο 4-5, που σήμαινε ότι θα τον είχα κόντρα στο ανέβασμα, οπότε δεν υπήρχε περιθώριο για καθυστέρηση. Δεν πειράζει. Στη θάλασσα μαθαίνεις να αποδέχεσαι και να προχωράς, εκτιμώντας αυτά που έχεις. Η αίσθηση του Αιγαίου είναι μεθυστική, καθώς πέφτει ο ήλιος και αυτό το απαλό μωβ χρώμα απλώνεται παντού. Στο νότιο άκρο της Νάξου κάνω μια μικρή στάση εν πλω, για ένα γεύμα στα γρήγορα, και λίγο μετά ξεκινάω τη διάσχιση για Ηρακλειά. Στο στενό έχει μείνει λίγη ρεστία. Μερικοί γλάροι κόβουν βόλτες από πάνω μου. Δεν υπάρχει κίνηση καθόλου από άλλα σκάφη και πλοία. Είμαι μόνος. Με το φως στο ντεκ αναμμένο, βγαίνω στην παραλία Λιβάδι στην Ηρακλειά, λίγο πριν τις 9. Μ’ αρέσει η μεγάλη μέρα του καλοκαιριού που νυχτώνει αργά.

Ερημιά. Η παραλία είναι πανέμορφη. Έβαλα στεγνά ρούχα και συγύρισα το σκάφος. Πλέον είχε σκοτεινιάσει. Υπήρχε μια ταβέρνα ανοιχτή στα 200-300 μέτρα και έκατσα εκεί να φάω. Δεν είχε κόσμο καθόλου. Το φαγητό ήταν πολύ καλό. Πήρα κάτι ωραία, χειροποίητα λαζάνια με μοσχάρι, ψητή φέτα με μέλι κι έναν ντάκο. Καθίσαμε λίγο και τα είπαμε με τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και μετά κατέβηκα στην παραλία για ύπνο. Έστρωσα δίπλα στο σκάφος, στο φουσκωτό στρωματάκι, μπήκα στον ζεστό υπνόσακο, βολεύτηκα στο μαξιλαράκι, και με το κυματάκι δίπλα να ψιθυρίζει και τα αστέρια από πάνω σαν μικρά διαμαντάκια, με πήρε ο ύπνος γλυκά.

“Στη δεξιά μάσκα του σκάφους σκάνε τα πρώτα κύματα. Μαζί με το σφύριγμα του αέρα ακούω κι έναν γνώριμο ήχο. Είναι οι ντιζελοκινητήρες ενός ταχύπλοου καταμαράν που πηγαίνει για κατάπλου στο λιμάνι του νησιού.”

Ημέρα 2η

Την επόμενη μέρα ξύπνησα σχετικά νωρίς. Ήθελα να προλάβω να γράψω μίλια, πριν φρεσκάρει ο Βοριάς το μεσημέρι, ώστε μέχρι το απόγευμα να έχω φτάσει στη Μουτσούνα, στην ανατολική ακτή της Νάξου. Καθώς κωπηλατούσα, ένιωθα μια νύστα και μια νωθρότητα, που υποδείκνυαν ότι χρειαζόμουν λίγο ύπνο παραπάνω. Από το Λιβάδι της Ηρακλειάς, έπιασα βόρεια από τη νησίδα Βενέτικο και από εκεί απέναντι, στην παραλία Τσιγκούρι της Σχοινούσας. Η θάλασσα μπουνάτσα. Κάνω κουπί χαλαρά. Μπαίνω μέσα στους όρμους, να τους δω από κοντά. Τσιγκούρι, Λιβάδι, Άη Βασίλης. Όλο αυτό το κομμάτι του νησιού είναι γεμάτο όρμους, κολπίσκους και μικρές παραλίες, σαν μια περίτεχνη καλλιγραφία. Μερικοί μεγάλοι βράχοι κιβωτιόσχημοι, σαν να βγήκαν από το εργαστήρι κάποιου γλύπτη, πεσμένοι στη θάλασσα, σε κάνουν να αναρωτιέσαι για το πώς κατάφερε η φύση να τους σμιλέψει.

Από τον νότιο κάβο της Σχοινούσας, πέρασα απέναντι, στο Κάτω Κουφονήσι. Όλη τη νότια πλευρά την πέρασα στα γρήγορα, κάνοντας μόνο μια σύντομη στάση σε ένα μικρό κολπάκι, βόρεια. Ο αέρας είχε ήδη ξεκινήσει να φρεσκάρει. Από το Κάτω Κουφονήσι, διέσχισα το μικρό μπουγάζι, περίπου 1 μίλι, και έπιασα στο Άνω. Μπήκα στον μικρό Κόλπο του Παριανού, που είναι και το αλιευτικό καταφύγιο και έβγαλα το σκάφος έξω, για ένα μικρό γεύμα, πριν επιχειρήσω τη διάσχιση για Νάξο. Το καταφύγιο έχει μια εικόνα εγκατάλειψης, με σκουπίδια και διάφορα αλιευτικά εργαλεία παρατημένα εδώ κι εκεί. Ο καιρός έχει φορτώσει καλά.

Παίρνω θέση μάχης, μέσα στο κόκπιτ του Rebel. Αφήνω το ήσυχο απάγκιο και βάζω πλώρη για το στενό. Απέναντι η Νάξος, στα δυόμιση με τρία μίλια. Ο άνεμος έχει ανέβει στο 5. Στη δεξιά μάσκα του σκάφους σκάνε τα πρώτα κύματα. Μαζί με το σφύριγμα του αέρα ακούω κι έναν γνώριμο ήχο. Είναι οι ντιζελοκινητήρες ενός ταχύπλοου καταμαράν που πηγαίνει για κατάπλου στο λιμάνι του νησιού. Οι πορείες μας δεν διασταυρώνονταν πουθενά, όμως και μόνο που ακούς και βλέπεις από το καγιάκ αυτά τα θηρία, πάντα είναι λίγο τρομακτικό.

Όσο προχωράω προς Νάξο, τόσο ο κυματισμός ανεβαίνει σε όγκο. Το Gnarly Dog σκαρφαλώνει το κύμα με άνεση, η πλώρη του σηκώνεται στον αέρα και αμέσως η γάστρα ξαπλώνει γλυκά στην κοιλιά του επόμενου. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Κάνει λίγο κρύο. Μια στο τόσο μου έρχεται λίγο σπρέι και τα μάτια δακρύζουν. Προσεγγίζω το νότιο άκρο της Νάξου. Έχω πλέον τον καιρό φουλ στα όρτσα. Υπομονή. Η ταχύτητά μου έχει πέσει στον ενάμιση με δύο κόμβους. Νιώθω μια μικρή ενόχληση στο δεξί χέρι, στο αντιβράχιο. Ίσως το ζόρισμα από την αβαρία της προηγούμενης μέρας να έπαιξε τον ρόλο του. Νωρίς το απόγευμα, φτάνω στη Μουτσούνα. Ήταν εκεί ο Ευγένιος και με περίμενε. Είχε ρίξει και το surfski και έκανε βόλτες.

Η Μουτσούνα είναι ένα όμορφο παραθαλάσσιο χωριό. Έχει δυο μικρές, ήσυχες αμμουδιές, μερικά όμορφα σπίτια, λίγα μαγαζιά και έναν ντόκο. Είναι και προστατευμένη από τον Βοριά. Έβαλα λίγο τζελ στο χέρι και πήρα κι ένα αντιφλεγμονώδες χάπι. Έπρεπε να το ξεκουράσω όσο γινόταν για την επόμενη και τελευταία μέρα. Καθίσαμε με τον Ευγένιο για φαγητό και μεταξύ άλλων αναλύσαμε και τα της αβαρίας. Λίγο μετά ετοιμαστήκαμε για ύπνο. Ο Ευγένιος στο αμάξι του, εγώ δίπλα στο σκάφος, όπως πάντα. Το δυνατό φως του φεγγαριού αγκαλιάζει και διαπερνάει τα παιχνιδιάρικα σύννεφα. Παραδίπλα μια λάμπα ζωγραφίζει μια λευκή λωρίδα στο νερό. Κλείνω τα μάτια.

Μετά τα μεσάνυχτα κι ενώ κοιμάμαι μικρές σταγόνες αρχίζουν να πέφτουν στο πρόσωπο. Ψιχαλίζει. Ξυπνάω ελαφρά. Είναι γλυκιά αυτή η αίσθηση. Ξέρω από την πρόγνωση ότι δεν θα το πάει σε κανονική βροχή, οπότε δεν έχω λόγο να σηκωθώ. Ξαφνικά, ακούω φωνές «Άγγελε, Άγγελε, σήκω, βρέχει». Ο Ευγένιος. Ξύπνησε και ήρθε να με ξυπνήσει κι εμένα, να μη βραχώ. Του είπα να πάει να κοιμηθεί και συνέχισα τον ύπνο μου. Μετά από λίγα λεπτά σταμάτησαν και οι τελευταίες σταγόνες.

Πρέπει να προστατεύσουμε τις θάλασσές μας

  • Μόλις το 1% της έκτασης των ωκεανών διεθνώς υπόκειται σε καθεστώς απόλυτης προστασίας.
  • 14 εκ. τόνοι πλαστικού απορρίπτονται ετησίως στη θάλασσα.
  • Το 80% των απορριμμάτων που καταλήγουν στη θάλασσα είναι πλαστικά.
  • Σοβαρό πρόβλημα αποτελούν οι μη επιλεκτικές αλιευτικές μέθοδοι και η ελλιπής εφαρμογή της αλιευτικής νομοθεσίας.
  • 18 έως 40 εκ. τόνοι θαλάσσιων ειδών θανατώνονται και καταστρέφονται.
  • Το 1/3 της παγκόσμιας αλιευτικής παραγωγής πετιέται στη θάλασσα νεκρό και άχρηστο.
Ημέρα 3η

Το πρωί σηκώθηκα στις 5. Μόλις που είχε ξεκινήσει να χαράζει. Τελευταία μέρα του ταξιδιού. Ήθελα να έχω μπροστά μου χρόνο, καθώς στο βόρειο κομμάτι θα έβρισκα κάποιον καιρό και επιπλέον να κάνω και μερικές στάσεις να ξεκουράσω το χέρι. Κάνει κρύο για Ιούνη μήνα. Πρώτη στάση της μέρας στον Απόλλωνα. Ο Απολλωνάκος. Η θάλασσα εδώ δεν ησυχάζει σχεδόν ποτέ. Με Βοριά, όλο το Αιγαίο έρχεται και σκάει πάνω σε αυτό το μικρό χωριουδάκι. Πέρασα πολλά παιδικά καλοκαίρια σε αυτό το μέρος. Έχω να θυμάμαι πολλά. Τους ανελέητους Βοριάδες με την αφρισμένη θάλασσα να σκαρφαλώνει μέχρι τις αυλές των σπιτιών, διάφορες ιστορίες που μας αφηγούνταν τότε οι μεγάλοι, τις βόλτες μας μέσα από μερικά μυστικά μονοπάτια που έκαναν την παιδική φαντασία να οργιάζει και, βέβαια, τον κοιμώμενο, μαρμάρινο γίγαντα. Τον ημίεργο κούρο. Όλα τα παραπάνω προσέδιδαν στον Απόλλωνα κάτι το μεταφυσικό. Τις νύχτες με τους θυελλώδεις ανέμους, η μαύρη θάλασσα με τις άπειρες λευκές κορυφές που έσπαγαν πάνω στα βράχια, ήταν ένα θέαμα φοβερό. Βλέπω τώρα τον Απόλλωνα από το κόκπιτ του καγιάκ, μετά από εικοσιπέντε χρόνια, και νιώθω μια συγκίνηση.

Τα Rebel διαθέσιμα για παραγγελία σε Ελλάδα και Κύπρο. 

Το βιβλίο παραγγελιών του 2024 άνοιξε!

Επικοινωνήστε μαζί μας για την παραγγελία σας.

Έβγαλα το σκάφος στη μικρή παραλία και άραξα λίγο να ζεσταθώ και να φάω κάτι. Είχα μαζί μου το κλασικό ζαμπονάκι εκστρατείας και μερικά κρακεράκια. Ανθυγιεινό, το ξέρω, αλλά και νόστιμο, με μπόλικες θερμίδες. Δυο άνθρωποι από ένα μαγαζί με ρώτησαν αν ήθελα κάτι να μου προσφέρουν. Τους ευχαρίστησα. Ήμουν εντάξει. Ο ήλιος είχε αρχίσει να με ζεσταίνει.

Ξαναμπήκα στο σκάφος. Έχει λίγη θάλασσα μέσα. Στο βόρειο άκρο, το αντιμάμαλο είναι μεγάλο. Το κύματα εξοστρακίζονται πάνω στα βράχια και επιστρέφουν για να συγκρουστούν με τα επόμενα, κάνοντας τη θάλασσα να κοχλάζει. Το Rebel περνάει πάνω από τις κορυφές τους σαν ένα ελαφρύ σκάφος ημιεκτοπίσματος, εμπνέοντας απόλυτη εμπιστοσύνη με τη συμπεριφορά του. Μια ελαφριά ομίχλη πάνω από τις κορυφές των απόκρημνων βράχων συνθέτει ένα τοπίο εξωτικό, μυστηριώδες. Σαν να είσαι σε κάποιο απομακρυσμένο νησί της Βόρειας Θάλασσας. Τα μίλια φεύγουν γρήγορα. Μια τελευταία, μικρή στάση στην παραλία Αμπράμ και πάμε για τον τερματισμό.

Να η Πορτάρα στο βάθος, με το αενάως ορθωμένο ανάστημά της. Ο καιρός έχει μαλακώσει. Τον έχω στα πρύμα και ταξιδεύω χαλαρά, βαπορίσια. Λίγα μίλια ακόμα και τελειώνει κι αυτό το ταξίδι. Αλλιώς το είχα φανταστεί, αλλιώς εξελίχτηκε. Όχι ότι έχασε σε ομορφιά βέβαια. Κάθε περιπέτεια που έχει αίσιο τέλος, καταλήγει να σου αφήνει μια ευχάριστη γεύση, ακόμα και αν τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς όπως τα περίμενες. Και οι αβαρίες μέσα στο παιχνίδι είναι. Κάνεις ό,τι μπορείς για να τις αποφύγεις, αλλά πρέπει να είσαι έτοιμος να τις αντιμετωπίσεις, αν και όταν συμβούν. Το ίδιο δεν ισχύει και στη ζωή; Σημασία έχει να μπορείς να χαίρεσαι το ταξίδι και να αποδέχεσαι ό,τι προκύψει στον δρόμο σου. Στον ντόκο δυο γνώριμες φιγούρες με περιμένουν. Ο Αντώνης και ο Ευγένιος. Βγάζω το σκάφος έξω. Ο Ευγένιος μου είχε παραγγείλει ένα σουβλάκι με γύρο, απ’ όλα. Είναι όμορφα τα ταξίδια με το καγιάκ. Πάμε για το επόμενο.