Έρωτας με την πρώτη κουπιά

Γιάννης Παπαπαναγιώτου

 

 

 

 

 

 

 

Τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο; Ή μήπως η τύχη είναι θεά όπως την αποκαλούν κάποιοι; Για κάποια απ΄ τις δύο αιτίες ένα μεσημέρι εμφανίζεται στο μαγαζί ο Σαράντος από τα παλιά και μέσα σε όλες τις κουβέντες που η έλλειψη επικοινωνίας γεννάει, έρχεται η κουβέντα στο καγιάκ. «Γιάννη έχω κλειστό καγιάκ που κάθεται εδώ και χρόνια σ΄ ένα κοντέινερ, σε ενδιαφέρει;» Είναι εποχή που αναζητώ επίμονα την ιδανική αγορά ενός διθέσιου sit-on-top (ανοιχτού) καγιάκ για τα πρώτα κωπηλατικά μου βήματα και η πρότασή του φαντάζει αδιάφορη μέχρι που ψελλίζει τη μαγική φράση. «Πάρ’ το να το δοκιμάσεις ρε φίλε κι αν σου κάνει το πληρώνεις όπως θες.» Η ακλόνητη επιλογή μου καταρρέει σαν χάρτινος πύργος στον βωμό της ικανοποίησης της περιέργειας, που τόσο αναίμακτα μου προσφέρεται. Άλλωστε γιατί να μην δοκιμάσω κάτι για το οποίο λέγονται τόσα πολλά στα καγιακικά fora;

Μία βδομάδα μετά, ένα Rainbow Oasis 430 φορτωμένο άτσαλα στο αυτοκίνητο, ταξιδεύει προς το Γαλαξείδι για την πρώτη δοκιμή. Ως σώφρων άνθρωπος κάνω την πρώτη προσπάθεια να μπω μέσα στο κόκπιτ μακριά από την κοινή θέα, στην αυλή του σπιτιού. Μετά από δευτερόλεπτα έχω φρακάρει σε εμβρυακή στάση. «Γιατί δεν κάθεσαι πρώτα και περνάς μετά τα πόδια σου μέσα;» ακούγεται απλά η πρόταση της γυναίκας μου, που με κρυφό μειδίαμα ισοπεδώνει τα τελευταία ψήγματα IQ που μου έχουν απομείνει. Και ώ του θαύματος όλα έγιναν απλά και εύκολα, ακόμα κι αυτό το «γκάζι – φρένο» (βλ. ποδωστήρια) που δεν πιέζεται, στο βάθος του κόκπιτ, βόλεψε στη θέση κωπηλασίας.

 

Βρίσκομαι στο πίσω λιμάνι γλιστρώντας το καγιάκ στις κροκάλες της παραλίας, μέχρι που αρχίζω να κινούμαι με τις πρώτες κουπιές. Σοκαρισμένος απ’ το γεγονός ότι δεν έχω τουμπάρει ακόμα, προσπαθώ να συνειδητοποιήσω την ταχύτητα και την σταθερή πορεία του καγιάκ. Μια υπέροχη αίσθηση μου φέρνει ένα δυνατό γέλιο χαράς και ευτυχίας. Στην παραλία οι περαστικοί γελούν κι αυτοί με τον πειραγμένο μέσα στο καγιάκ. Παίρνω θάρρητα απ΄ το σκάφος και σημαδεύω τα πρώτα νησάκια του κόλπου. Καβατζάροντας τον κάβο μια βαριεστημένη ρεστία απ΄ την πρωινή σοροκάδα ολοκληρώνει τη μαγεία που μου προσφέρει η πλεύση του Oasis. Γυρίζω σπίτι μετά από ώρα, πεπεισμένος ότι έχω στην κατοχή μου το F-35 των καγιάκ. Τις επόμενες μέρες με περίσσεια ελληνική επιπολαιότητα με τον συνεργάτη μου τον Γιώργο, κάτοχο διθέσιου sit-on-top, αποφασίζουμε ταξίδι με διανυκτέρευση στην Αρσίδα. Στο μυαλό μου η απόσταση των έξι μιλίων κάνει τα κατορθώματα του Κολόμβου να φαντάζουν εγχειρήματα ερασιτεχνισμού.

 

Με τον Ποσειδώνα σύμμαχο, η πρώτη μέρα καταλήγει σε μια ήρεμη βραδιά με πολλή κουβέντα στο νησί. Τέσσερις η ώρα τη νύχτα η σκηνή προσπαθεί να πετάξει από τον αέρα και η επιλογή μας να τρώμε όλο μας το φαί αποδεικνύεται για πρώτη φορά σωτήρια. Το πρωί συνειδητοποιούμε ότι η πρόβλεψη που εμπιστευθήκαμε είχε την ίδια αξία με τις ικανότητές μας να αντιμετωπίσουμε τον καιρό που είχε παραμείνει φορτωμένος. Παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού μη έχοντας άλλη επιλογή. Ορτσάρουμε στο πρώτο μπράτσο κι ο καθένας μας αντιμετωπίζει διαφορετικές δυσκολίες. Ο Γιώργος με κόπο κωπηλατεί το σκάφος του που σπρώχνει τη θάλασσα σαν ρυμουλκό, αναδεικνύοντας το μεγάλο μειονέκτημά του, και σαν να μην έφτανε αυτό, το χαμηλής ποιότητας κουπί του κινείται σαν πινέλο βαφής, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη πρόωσης και θυμίζοντας κόμικ με φιγούρες που τρέχουν χωρίς να προχωράνε. Απ΄ τη δικιά μου πλευρά προχωράω λόγω σκάφους, μα η εμμονή μου να μην φορέσω ποδιά εφόσον αγνοώ την τέχνη του roll γεμίζει με θάλασσα το κόκπιτ. Μετά από λίγο με την άκρη του ματιού μου βλέπω κάτω από τα πόδια μου μέσα στο κόκπιτ, κινητό και φωτογραφική μηχανή να πλέουν με τη χάρη μικρού σπάρου.

Σκέφτομαι ότι τελικά δεν είναι και τόσο φτηνό σπορ το καγιάκ αλλά αφήνω και ένα παραθυράκι κριτικής για την περίπτωση δικού μου λάθους.

 

Με χίλια βάσανα φτάνουμε στην παραλία απ’ όπου ξεκινήσαμε με τη διαφορά ότι αυτή την ημέρα είχε αγώνα jet ski. Βγαίνουμε μετά δυσκολίας ανάμεσα σε πυροβολημένους που περνούν ανάμεσά μας με ταχύτητα και θόρυβο. Νιώθω οργισμένος με την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε στην παραλία αλλά αφήνω και ένα παραθυράκι κριτικής για την περίπτωση που μάλλον εμείς γεράσαμε.

Έκτοτε το Oasis με συντρόφεψε σε πολλές εκδρομές, σε όμορφες ακτογραμμές με διανυκτερεύσεις, καλές παρέες και αρκετά μίλια. Ταξίδια που με την πρότερη επιλογή για sit-on-top θα ήταν αδύνατον να ζήσω. Με τον καιρό όμως έφτασε η στιγμή που οι απαιτήσεις μου ανέβηκαν και το φτωχό Oasis με ταλαιπωρούσε σε αυτά τα ταξίδια που στόχευα να κάνω. Παράλληλα, στις προπονήσεις μου για να αναπτύξω τις κωπηλατικές μου δεξιότητες περισσότερο ταλαιπωρούσε παρά βοήθαγε. Έτσι πήρε το δρόμο της αγγελίας, εφόσον ο χώρος αποθήκευσης δεν επέτρεπε την πολυτέλεια της παράλληλης κτήσης. Από τότε έχει περάσει πολύς καιρός, απέκτησα πολύ αξιόλογα σκάφη, απείρως ικανότερα του Oasis. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ το πορτοκαλί στρουμπουλό σκαφάκι που με ασφάλεια με μύησε στον μαγικό κόσμο του sea-kayak.

Άλλωστε, όπως λένε, ο πρώτος έρωτας δεν ξεχνιέται ποτέ.


Διαβάστε ακόμη: